Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Προτεινόμενη ταινία: Blancanieves (Χιονάτη) του Pablo Berger: Ένα έργο-ποίημα



Αν και ο μύθος είναι αρκετά κοντά στο γνωστό σε όλους παραμύθι υπάρχουν αρκετές ανατροπές και αλλαγές ώστε να εκπλήσσει τον θεατή και να διατηρεί το ενδιαφέρον του



Της Ελένης Τραγέα
Η υπόθεση
Η υπόθεση του έργου στηρίζεται στο γνωστό παραμύθι της Χιονάτης. Εδώ όμως –μια και το έργο είναι Ισπανικό- ο μπαμπάς της Χιονάτης και οι επτά νάνοι είναι ταυρομάχοι. Η δε κακιά βασίλισσα είναι μια νοσοκόμα που περιποιείται τον ανάπηρο πια πατέρα- ταυρομάχο και τον πείθει να την παντρευτεί ώστε να εκμεταλλευτεί τον πλούτο και τη φήμη του. Όταν η μητριά της επιχειρεί να τη δολοφονήσει η Χιονάτη διαφεύγει- έχοντας χάσει την μνήμη της ύστερα από το τραυματικό γεγονός- και μοιράζεται την ζωή και το επάγγελμα των νάνων ταυρομάχων. Χάρη στην παλαιότερη διδασκαλία του πατέρα της γίνεται και η ίδια διάσημη ταυρομάχος, μέχρι που η μητριά της, την ανακαλύπτει και επιχειρεί εκ νέου να τη δολοφονήσει.


Το σενάριο
Αν και ο μύθος είναι αρκετά κοντά στο γνωστό σε όλους παραμύθι υπάρχουν αρκετές ανατροπές και αλλαγές ώστε να εκπλήσσει τον θεατή και να διατηρεί το ενδιαφέρον του. Αν κάποιος περιμένει το πριγκιπόπουλο και το αίσιο τέλος θα απογοητευτεί οικτρά. Εδώ, ο μύθος της χιονάτης μετατρέπεται σε ένα γλυκόπικρο, σχεδόν σκληρό αλλά συνάμα και ρομαντικό, παραμύθι. Το κακό μπορεί να τιμωρείται, το καλό, όμως, δεν κατορθώνει να θριαμβεύσει και οι ήρωες παραμένουν τραυματισμένοι και δυστυχισμένοι.


Η σκηνοθεσία

Ο Pablo Berger μπορεί να είναι ένας σχετικά άπειρος και άγνωστος σκηνοθέτης, αλλά εδώ κάνει τη σοφή επιλογή να συνδυάσει τη νοσταλγική αισθητική με την παλιά φόρμα. Το έργο είναι γυρισμένο σε κάμερα με παραδοσιακό φιλμ απορρίπτοντας σχεδόν όλες τις μοντέρνες τεχνολογίες καθώς είναι ασπρόμαυρο και βουβό. Με τον τρόπο αυτό επιστρέφει σε ένα κινηματογράφο στη βασική μορφή του, αρχετυπικό. Η Χιονάτη κατορθώνει να υπενθυμίσει ότι ο κινηματογράφος είναι μια τέχνη που κυρίως στηρίζεται στην εικόνα. Διαθέτει εικόνες με υπέροχα κάδρα, στρατηγικά τοποθετημένες σκιές και απίστευτο φως. Είναι τόσο όμορφη να τη βλέπει κανείς που παρασύρεται και ξεχνάει ότι παρακολουθεί ένα έργο σιωπηλό και μια ιστορία απλοϊκή. Σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζω ότι ο κινηματογράφος οφείλει να επιστρέψει στη βουβή εποχή του εγκαταλείποντας όλες τις νέες τεχνολογίες, τα ψηφιακά μέσα, το χρώμα και τον ήχο. Από την άλλη όλα αυτά τα επιτεύγματα δεν θα έπρεπε να είναι δεσμευτικά για τον σκηνοθέτη. Ο Pablo Berger, λοιπόν, (όπως και ο Michel Hazanavicius στο The Artist-2011) αποδεικνύει ότι ένα έργο μπορεί να είναι σαγηνευτικό ακόμα και χωρίς έξτρα στολίδια και επιδεικνύει μια μαεστρία που είναι σεβαστή. Από: http://www.rednotebook.gr/details.php?id=9063.

Σάββατο, 20 Απριλίου 2013

Σύνδεσμος Φιλολόγων Καστοριάς: 1ος διαγωνισμός ορθογραφίας για μαθητές γ΄ γυμνασίου



Συγχαρητήρια στους μαθητές της γ΄ τάξης των γυμνασίων του νομού Καστοριάς για τη συμμετοχή τους στον 1ο διαγωνισμό ορθογραφίας. Διπλά συγχαρητήρια σε όσους μαθητές του γυμνασίου Μανιάκων πήραν μέρος στη διαδικασία, παραμονές της τριήμερης εκδρομής στην Αθήνα.  Στους δέκα πρώτους μαθήτρια του σχολείου μας.  Διαβάστε αναλυτικότερα εδώ: http://synfika.blogspot.gr/








  

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Προτεινόμενη ταινία: H εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων...





Μεταφερόμαστε στη Χίο του 1960, όπου μετά τον ξαφνικό θάνατο του αγροφύλακα του Θολοποταμίου κανένας αντικαταστάτης δεν μπορεί να στεριώσει στην κοινότητα. Οι κάτοικοι του χωριού έχουν τη φήμη πονηρών ανθρώπων και οι αγροφύλακες φοβούνται ότι ο αδικοχαμένος συνάδελφός τους έχει στοιχειώσει την περιοχή. Οι αντικαταστάτες εκτός από την φύλαξη της περιοχής, θέτουν ως στόχο μια νεαρή κι ατίθαση κοπέλα, την Ελισσώ. Η ταινία διαπραγματεύεται το θέμα της διαδοχής των εποχών παρουσιάζοντας ταυτόχρονα το χώρο, μέσα στον οποίο αυτή καταγράφεται, καθώς σύμφωνα με τον σκηνοθέτη το πιο σημαντικό υλικό της τέχνης είναι αυτό της μνήμης και του βιωμένου χρόνου. Βασικό κίνητρο για τη δημιουργία της ήταν η επιθυμία να αποδοθούν οι χρωματικές, ηχητικές και αισθητικές εναλλαγές του χρόνου, ενώ οι Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι (που πλαισιώνουν μουσικά την ταινία) περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο τη μετάλλαξη του χρόνου σε εποχές, μέσα από τη συνεχή εναλλαγή του έρωτα και του θανάτου.


Σκηνοθεσία/Σενάριο: Δήμος Αβδελιώδης


Δ/νση Φωτογραφίας: Σωτήρης Περρέας (Άνοιξη), Οδυσσέας Παυλόπουλος (Καλοκαίρι), Αλέκος Γιάνναρος (Φθινόπωρο), Λίνος Μεϊτάνης (Χειμώνας)
Μοντάζ: Κώστας Ιορδανίδης


Παραγωγή: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ, ΔΗΜΟΣ ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ, ΕΤ1

Διάρκεια: 180΄

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Η νιφάδα... Του Νίκου Κυπουργού




Η νιφάδα

Στην καρδιά του Βόρειου Πόλου
του κόσμου όλου
μια νιφάδα θα σε πάει
που σε αγαπάει
ναι, που σε αγαπάει

Στο ταξίδι σου έχε πίστη
έχε ελπίδα
και θα φτάσεις όπου θες
ως εκεί που θες
μα μόνο αν το θες.

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Νίκος Καββαδίας: ο ποιητής των θαλασσών




Σύντομο βιογραφικό
Ὁ Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε τὸ 1910 σὲ μία μικρὴ πόλη τῆς Μαντζουρίας κοντὰ στὸ Χαρμπίν, ἀπὸ γονεῖς Κεφαλλονίτες. Πολὺ μικρὸς πρωτοταξίδεψε, ὅταν οἱ γονεῖς τοῦ ἀποφάσισαν νὰ ἐπιστρέψουν στὸ νησί τους, ἂν καὶ ἡ οἰκογένεια Καββαδία θὰ ζήσει ἐλάχιστα ἐκεῖ καὶ τελικό της λιμάνι θὰ εἶναι ὁ Πειραιᾶς, στὸν ὁποῖο μετοικεῖ τὸ 1921, ὅταν ὁ Νίκος εἶναι μόλις 11 ἐτῶν. Στὸν Πειραιᾶ ὁ ποιητὴς τελειώνει Δημοτικὸ καὶ Γυμνάσιο. Μαθητὴς ἀκόμη τοῦ δημοτικοῦ, γράφει τὰ πρῶτα του ποιήματα. Τὸ 1928 ἔδωσε ἐξετάσεις στὴν Ἰατρικὴ Σχολὴ ἀλλὰ τὴν ἴδια χρονιὰ ἀρρώστησε βαριὰ ὁ πατέρας του καὶ ἀναγκάστηκε νὰ δουλέψει. Τὸ 1929 μπαίνει ὑπάλληλος σὲ ἕνα ναυτικὸ γραφεῖο. Ἀντέχει μόνο λίγους μῆνες νὰ βλέπει τοὺς ἄλλους νὰ ταξιδεύουν. Τὰ καράβια κι ἡ θάλασσα εἶναι τὸ ὄνειρό του. Τὸν ἑπόμενο χρόνο, ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα του, μπαρκάρισε ναύτης στὸ φορτηγὸ Ἅγιος Νικόλαος καὶ γιὰ μερικὰ χρόνια συνεχίζει νὰ φεύγει μὲ τὰ φορτηγά, γυρίζοντας πίσω μονίμως ταλαιπωρημένος καὶ ἀδέκαρος... Ἡ ἀνέχεια τὸν κάνει ν᾿ ἀποφασίσει νὰ πάρει τὸ δίπλωμα τοῦ ἀσυρματιστῆ. Στὴν ἀρχὴ σκεφτότανε νὰ γίνει καπετάνιος, μὰ τὰ χρόνια εἶχαν περάσει, τὰ εἶχε φάει ἡ λαμαρίνα, καὶ τὸ δίπλωμα τοῦ ἀσυρματιστῆ ἦταν ὁ μόνος σύντομος καὶ ἀξιοπρεπὴς δρόμος γιὰ τὰ καράβια. Παίρνει τὸ δίπλωμά του τὸ 1939, ἀλλὰ ἀντὶ νὰ μπαρκάρει βρίσκεται στρατιώτης στὴν Ἀλβανία καὶ κατόπιν ξέμπαρκος στὴν Ἀθήνα μὲ τὴν γερμανικὴ Κατοχή. Μόλις τελείωσε ὁ πόλεμος, τὸ 1944, ξαναμπαρκάρει, ἀδιάκοπα πιά,ὡς ἀσυρματιστής, γυρίζοντας ὅλο τὸν κόσμο, ὡς τὸ Νοέμβριο τοῦ 1974. Ἔτσι εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ γυρίσει ὅλο τὸν κόσμο καὶ νὰ γνωρίσει τὶς ἀνοιχτὲς θάλασσες, τὰ ἐξωτικὰ λιμάνια καὶ νὰ ἀντλήσει ἀπὸ τὶς ἄμεσες ἐμπειρίες τοῦ τὸ ὑλικὸ γιὰ τὴν ποίησή του. Ἐπιστρέφοντας ἀπ᾿ τὸ τελευταῖο του ταξίδι κι ἐνῶ ἑτοίμαζε τὴν ἔκδοση τῆς τρίτης συλλογῆς τοῦ πέθανε ξαφνικὰ ἀπὸ ἐγκεφαλικὸ ἐπεισόδιο στὶς 10 Φεβρουαρίου τοῦ 1975. Τρεῖς μῆνες ἄντεξε μακριὰ ἀπὸ τὴ θάλασσα.


Ὁ Νίκος Καββαδίας εἶναι ἴσως ὁ μόνος ποὺ ἀξίζει τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ ἀπόλυτα βιωματικοῦ στὴν ποίησή του. Μιλάει πάντα γιὰ τὰ καράβια ποὺ ἔζησε, τοὺς ναυτικοὺς ποὺ γνώρισε, τοὺς ἔρωτες, τοὺς καυγάδες καὶ τοὺς θανάτους στὰ λιμάνια, μὲ τὴν γλώσσα τῶν καραβιῶν, ἀλλὰ καὶ κάποιους ἰδιωματισμοὺς τῆς Κεφαλλονιᾶς, νὰ μπλέκονται στὰ γνήσια λαϊκὰ ἑλληνικά του. Ὁ ἔρωτάς του γιὰ τὰ ταξίδια καὶ τὴ θάλασσα, πάθος τρομερό, σχέση ἀγάπης καὶ μίσους, ὁ ἴδιος ἔρωτας ποὺ τὸν ὁδήγησε νὰ μπαρκάρει μικρός, μόλις 19 ἐτῶν, ἀφήνοντας τὴν σίγουρη δουλειὰ τοῦ ναυτικοῦ γραφείου, εἶναι ὁρατὸς σὲ κάθε στίχο του, καὶ τόσο δυνατὸς ποὺ διαπερνᾶ τὸν ἀναγνώστη, τὸν κάνει νὰ ξεχάσει τὶς ἄγνωστες λέξεις καὶ τοὺς ναυτικοὺς ὅρους, καὶ νὰ συνεπαρθεῖ ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ ποιητῆ. Ἀπὸ παιδὶ ἔνιωσε ἀκατανίκητη ἕλξη γιὰ τὴ θάλασσα γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔγινε ναυτικός. Τὰ ποιήματά του ἔχουν ἔχουν πλαίσιο τὴ θάλασσα καὶ θέμα τὴ σκληρὴ ζωὴ τῶν ναυτικῶν. Ὡστόσο γιὰ τὸν Καββαδία, ποὺ εἶναι ἰδανικὸς ἐραστὴς «τῶν μακρυσμένων θαλασσῶν καὶ τῶν γαλάζιων πόντων», ἡ θάλασσα εἶναι ἕνας μαγικὸς κόσμος. Ἀπὸ αὐτὴ ἀντλεῖ δύναμη καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο.


Ὁ Νίκος Καββαδίας ἄφησε πολὺ λίγα πίσω του, μόλις τρεῖς ποιητικὲς συλλογές, ἕνα μυθιστόρημα καὶ τρία μικρὰ πεζά. Ταπεινὰ παρουσιάστηκε στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, κι ἡ ταπεινότητά του αὐτή, μαζὶ μὲ τὴν μελοποίηση πολλῶν ποιημάτων του, τὸν ἔφερε κοντὰ στὴ μεγάλη πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων, κάνοντάς τον ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ δημοφιλεῖς μας ποιητές, δυστυχῶς μετὰ τὸν θάνατό του. Τὴν ποιητική του ἐμφάνιση πραγματοποιεῖ τὸ 1933 μὲ τὴ συλλογὴ «Μαραμπού». Τὸ 1947 κυκλοφορεῖ τὸ δεύτερο ποιητικό του ἔργο «Πούσι». Τὸ 1975, λίγο μετὰ τὸ θάνατό του κυκλοφόρησε ἡ τρίτη καὶ τελευταία ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ «Τραβέρσο». Ἔγραψε κι ἕνα σύντομο μυθιστόρημα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ταξιδεμένων Ἑλλήνων, τὴ «Βάρδια» (1954). Τὰ μικρὰ πεζὰ «Λί», «Τοῦ πολέμου» καὶ «Στὸ ἄλογό μου» κυκλοφόρησαν τὸ 1987. Τὸ «Λὶ» γυρίστηκε σὲ κινηματογραφικὴ ταινία τὸ 1995 μὲ τίτλο «Between the Devil and the Deep Blue Sea». Τὸ σύνολο τοῦ ἔργου τοῦ Νίκου Καββαδία κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις «Ἄγρα».

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/nikos_kabbadias/bio.htm
















Μελοποιημένα ποιήματα


ΦΑΤΑ ΜΟΡΓΚΑΝΑ
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, 
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί, 
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι, 
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη. 

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά, 
Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει. 

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.



Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο, 

δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα, 
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου `πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει, 
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει, 
κι ο λόγος της μες’ το μυαλό σου να σφυρίζει, 
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’το τιμόνι, 
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.


Τετάρτη, 10 Απριλίου 2013

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Αιθέρωμα


Τετάρτη, 3 Απριλίου 2013

Τι δεν θα βρεις σε ένα μουσείο... Πέντε παιδιά που πάσχουν από αυτισμό ζωγραφίζουν αυτό που αισθάνονται, αυτό που σκέφτονται, αυτό που τους συμβαίνει.

Πέντε παιδιά που πάσχουν από αυτισμό ζωγραφίζουν αυτό που αισθάνονται, αυτό που σκέφτονται, αυτό που τους συμβαίνει. Ένας λύκος που ουρλιάζει, ένας φανταστικός χάρτης πόλης και κάτι που θυμίζει κυβισμό από παιδιά 10 έως 14 χρονών.
Wout Devolder, ηλικία 14 χρονών, "ο λύκος"

"Στις 8 Μαΐου 2008, ο ανιψιός μου Μπεν και η ανιψιά μου Σαν πέθαναν σε μια πυρκαγιά. Ημουν πολυ στεναχωρημένος και δεν είχα λόγια να εκφρασω την απογνωσή μου. Έτσι ζωγράφισα αυτόν τον λύκο".












του Josh Peddle, ηλικία 12 χρονών "Αλλαγή εποχών"


















του Wil C. Kerner, ηλικία 12 χρονών, "Pals"

Aπο τη γιαγιά του: "Για να μπορέσει να καταλάβει κάποιος το έργο αυτό πρέπει να εστιάσει στο αυτι του γαιδάρου. Τέσσερις εκφρασεις προσώπου μας δείχνουν τα κακά παιδιά που μεταμορφωνονται σε γαϊδούρια στην ταινία "πινόκιο", και ο μωβ πινόκιο αναρωτιέται τι να κάνει. Είναι πολύ αργά για το τρομοκρατημένο κίτρινο προσωπο. Το πράσινο τραπέζιο αγνοεί την μοίρα του και και μπλε πρόσωπο κοιτάει μακριά, ελπίζοντας να μην το εχουν συμπεριλάβει πουθενά".







του Felix, 11 χρονών, "φανταστικος χάρτης πόλης"

"Συνήθως ξεκινάω σχεδιάζοντας έναν δρόμο σε διαφορετικά σημεία του χαρτιού μου. Καθε δρόμο τον κάνω να μεγαλώνει μέσα απο τον άλλον. Μελετάω χάρτες δρόμων και άτλαντες με μεγάλη λεπτομέρεια και παρατηρώ τα ταξίδια που κάνουμε στο Google Earth".

του David Barth, ηλικία 10 χρονών

Απο τη μητέρα του: "Οι ζωγραφιές του πολύ συχνά δείχνουν την κάθε του έμμονη ιδέα. Δεν είνα δύσκολο να καταλάβει κανείς αυτον τον καιρό τι τον κρατάει απασχολημένο. Η ζωγραφιά αυτή έχει πάνω απο 400 πουλιά πάνω της, γνωρίζοντας το ονόματα και τα είδη τους ακόμα και στα λατινικά!"
ΠΗΓΉ: http://enfo.gr/ar1653

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Μνησικακία και ενδόρρηξη Του Νίκου Ξυδάκη

Πηγή: http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_31/03/2013_491005
Η πτώχευση που βιώνουμε αναδεικνύει συμπεριφορές και χαρακτήρες που σε προηγούμενο χρόνο ελάνθαναν ή καλύπτονταν. Στην επικράτεια της σπάνεως και της γυμνής ύπαρξης, του φόβου και της απελπισίας, οι άνθρωποι εκδιπλώνονται αλλιώς, ατομικά και συλλογικά. Το ζούμε καθημερινά: παλιές παρέες σπάνε, φιλίες δοκιμάζονται, ειρηνικές συμβιώσεις ραγίζουν. Οι συμβάσεις και οι αμοιβαίες παραδοχές απαιτούν κόπο, τον οποίο ελάχιστοι πια είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν. Οι δρόμοι χωρίζουν. Ο καθείς υποφέρει τον πόνο μόνος του, με τον δικό του τρόπο.
Φωτογραφία από: http://www.dpgr.gr/index.php?page=photos_show_photo&pid=20815

Ένας τρόπος είναι ο σκεδασμός του πόνου: σαν κακία προς τον άλλο, τον κάθε άλλον. Το νιώσαμε αυτό διάχυτο τις τελευταίες μέρες με την τραγωδία που ζει ο κυπριακός λαός, μια καταστροφή παρόμοια με την ελληνική, μάλλον και μεγαλύτερη, δεδομένων της χρονικής πύκνωσης, του αιφνιδιασμού και του περιβάλλοντος κατατρομοκράτησης που ζουν ακόμη οι Ελληνες της νήσου, με τον περιορισμό κυκλοφορίας χρήματος και την απειλούμενη στενότητα αγαθών. Πολλοί Ελληνες ένιωσαν συμπόνια, γιατί ήδη γνωρίζουν τι σημαίνει η πτώχευση, η ανεργία, ο αναγκεμός. Ολοι σχεδόν ένιωσαν φόβο, γιατί το «ατύχημα» που όλοι φοβόμασταν είναι ίσως αυτό ακριβώς, η πτώση της Κύπρου· και γιατί υποδορίως συνδέουμε τα παθήματα της Κύπρου με ευρύτερη εθνική καταστροφή. Κάποιοι Ελληνες όμως δεν μπόρεσαν να κρύψουν τη χαιρεκακία τους για τα παθήματα των αδελφών τους. Είναι σοκαριστικό, αλλά συμβαίνει.