Σελίδες

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017

Τετάρτη 11 Οκτωβρίου 2017

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

Έχουν καταστρέψει τα smartphones μια ολόκληρη γενιά;

«Δεν ξέρω πως είναι η ζωή χωρίς iPads ή iPhones. Νομίζω ότι σε εμένα και τους φίλους μου αρέσουν περισσότερο τα τηλέφωνά μας απ’ ότι μας αρέσουν οι πραγματικοί άνθρωποι». Η φράση αυτή που ανήκει σε μια 13χρονη, ακούγεται τρομακτική για έναν άνθρωπο που σήμερα είναι 40 ή και 35 ετών. 
Φυσικά και ο ίδιος έχει iPad και Smartphone χωρίς να αποφεύγει απολύτως τις επιδράσεις τους. Ωστόσο, θυμάται ότι στα 13 του χρόνια, αν δεν έχυνε κιλά ιδρώτα με τους φίλους του παίζοντας σε κάποιον εξωτερικό χώρο, μάλλον θα έκανε κάτι αντίστοιχο σε κάποιο σπίτι ή στη χειρότερη περίπτωση που ήταν μόνος στο δωμάτιό του θα είχε κρεμασμένο ένα ακουστικό στο αυτί του, κουτσομπολεύοντας με κάποιο φίλο ή φίλη.
Η παραπάνω 13χρονη, ωστόσο, συνήθως χρησιμοποιεί το Snapchat για να ανταλλάζει φωτό και βίντεο με τους φίλους της και αποθηκεύει στο κινητό της αμήχανες φωτογραφίες των φίλων της γιατί «είναι καλός εκβιασμός». Λέει επίσης ότι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού στο δωμάτιό της με το κινητό της κι ότι αυτός είναι ο τρόπος της γενιάς της. 
Είναι πράγματι; 

Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 2017

''Ταξιδεύοντας με τη Λογοτεχνία'', από το Λύκειο Ανατολής Ιωαννίνων



Το βίντεο προβλήθηκε στο πλαίσιο της παρουσίασης του πολιτιστικού προγράμματος ''Ταξιδεύοντας με τη Λογοτεχνία''. Το πρόγραμμα υλοποίησαν μαθητές της Β΄Λυκείου κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 2016-2017.

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Ξέρουμε τι είναι τα «Ιδιωτικά» Πανεπιστήμια;


Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης και Διεθνών Οικονομικών, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
1. Εισαγωγή
Ανακρίβειες
Συνήθως τα γραφόμενα στα social media δεν αποτελούν τεκμηριωμένες με γεγονότα γνώμες. Αφορούν εκτιμήσεις που τις περισσότερες φορές είναι απλά άκριτη αναπαραγωγή απόψεων άλλων και γι' αυτό κρύβουν πολλές ανακρίβειες ή πλάνες. Το έχουμε δει πάρα πολλές φορές αυτό με fake news. Το φαινόμενο αυτό το κάνουμε όλοι μας χειρότερο όταν αναπαράγουμε άκριτα ό,τι ακούμε. Στο σημείο αυτό θα αναφερθώ στο θέμα των Πανεπιστημίων. Έχουμε δει όλοι μας τις σχετικές προπαγανδιστικές εικόνες τύπου «πανεπιστήμιο στη Μποτσουάνα και στην Ελλάδα» όπως το παρακάτω:
Εντυπωσιακό φυσικά (αυτή είναι η δύναμη της εικόνας στην προπαγάνδα) αλλά αποτελεί μια στιγμιαία σύγκριση μετά από καταλήψεις αναρχικών ενός ελληνικού πανεπιστημίου που είναι στα καλύτερα του κόσμου, με ένα στην αφρικανική χώρα που έχει χαώδη διαφορά στην ακαδημαϊκή ποιότητα σε σχέση με το ελληνικό. Φαντάζομαι παρά το όμορφο γκαζόν κανείς γονέας δεν θα ήθελε το παιδί του να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο της Μποτσουάνα αντί στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το να δημιουργήσει κανείς προπαγανδιστικές και φυσικά παραπλανητικές εικόνες είναι το μόνο εύκολο, όπως η εικόνα που έφτιαξα παρακάτω.
2017-09-13-1505293889-3732012-screenshot_974.jpg
Οι εικόνες είναι πραγματικές φυσικά αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ξαφνικά το ΔΠΘ έγινε καλύτερο πανεπιστήμιο από το University of Michigan.
Τι είναι όμως το Πανεπιστήμιο;

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΗΡΩΑΣ

Παρασκευή 5 Μαΐου 2017

Μενεξέδες και ζουμπούλια



Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

Κόκκιν΄αχείλι φίλησα - Δυνάμεις του Αιγαίου

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

Alike short film

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Αλκίνοος Ιωαννίδης-Τι να Θυμηθώ

Παρασκευή 7 Απριλίου 2017

Γιατί διαβάζουμε ποίηση

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Το πέρασμά σου-Κώστας Βάρναλης/Χειμερινοί Κολυμβητές



Στη ζήση αυτή που τη μισούμε,
στη γης αυτή που μας μισεί,
κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε
πόνε πικρέ και πόνε αψύ
που μας κρατάς και σε κρατούμε

σ’ αυτήν τη μαύρη γης και ζήση,
που περπατούσαμε τυφλά
κι ανθός για μας δεν είχε ανθίσει
κι ούτε σε δέντρον αψηλά
κρυμμένο αηδόνι κελαηδήσει,

ήρθες Εσύ μιαν άγιαν ώρα,
όραμα θείο και ξαφνικό
και γέμισε ήλιο ανθόν, οπώρα
κελαηδισμόν παθητικό
ολ’ η καρδιά μας, ολ’η χώρα.

Αχ! Τόσο λίγο να βαστάξει
Τουτ’η γιορτή κ’ η Πασκαλιά!
Εφυγες κ’ έχουμε ρημάξει
Ξανά και πάλ’ η Πασκαλιά
Γιατ’ έτσι λίγο να βαστάξει!

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

I, Daniel Blake

Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

Eleni Karaindrou | Overture (David)

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

Νίκος Κυπουργός - Τα μυστικά του κήπου

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Αρκουδάκι σουλατσάριζε επί ώρες πάνω στην παγωμένη λίμνη της Καστοριάς!

Τελευταία ενημέρωση: 19:25

Πάνω στην παγωμένη λίμνη της Καστοριάς σουλατσάριζε επί ώρες το μεσημέρι νεαρή αρκούδα, κυνηγώντας πουλιά και παίζοντας αμέριμνη με τον πάγο!
Μεγάλη κινητοποίηση προκάλεσε στη μία το μεσημέρι η εμφάνιση αρκούδας στην παγωμένη λίμνη που είχε ως αποτέλεσμα να στηθεί μεγάλη επιχείρηση απομάκρυνσης με περιπολικά της αστυνομίας και μέλη του «Αρκτούρου» και της Εταιρίας Προστασίας Περιβάλλοντος Καστοριάς.
«Βλέπαμε την αρκούδα που είναι μικρής ηλικίας, περίπου 3 χρονών, να παίζει με τα πουλιά και να κατευθύνεται όλο και προς την πόλη. Προσπαθήσαμε τότε να την τρομάξουμε με κροτίδες και κόρνες, φοβούμενοι πάντα μη τυχόν σπάσει ο πάγος και εγκλωβιστεί στα παγωμένα νερά» περιγράφει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, μέλος του «Αρκτούρου» και της Εταιρίας Προστασίας Περιβάλλοντος Καστοριάς.

Το αρκουδάκι στην αρχή, όπως λέει ο κ.Παναγιωτόπουλος, αντί να τρομάξει και να φύγει, λούφαξε στα καλάμια ενώ όσο η ώρα περνούσε, μαζεύονταν στο σημείο όλο και περισσότερος κόσμος που ήθελε να δει από κοντά την αρκούδα, εμποδίζοντας όμως την επιχείρηση απομάκρυνσής της.
«Τελικά, αφού καταφέραμε να διώξουμε πρώτα τον κόσμο, κατευθύναμε την αρκούδα προς το βουνό απ΄όπου και έφυγε, μετά από περίπου 4 ώρες? βόλτα στην λίμνη» καταλήγει ο κ.Παναγιωτόπουλος.






Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

Η μέρα που θα ‘ρθει



Έναν τον βρήκα ξαπλωμένο στις γρίλλιες του μετρό. Μόνο νερό μου ζήτησε
Ο άλλος χώθηκε στον κάδο, μην παγώσει. Τον πήρε σκουπιδιάρικο
Αυτά, στις μέρες τις καλές, που ζητιανεύεις να επιστρέψουν

Κι η κοπέλα στο παγκάκι πεθαίνει ή ανασταίνεται;
Κι εκεί ο σταυρός; Ποιον κοροϊδεύει;
Κι οι προύχοντες, τόσα τους δώσαμε, αντί να πάνε διακοπές
γερνούν μες στα γραφεία και στα παράθυρα
Και τα ποιήματα; Πεταμένα στα σχολεία
Και τα παιδιά, τα όνειρα ξοδεύονται στο μίσος
Κι εγώ; Λόγια σπουδαία και ιδέες θαυμαστές. Και θαυμάστριες...

Μόνο η νυχτερινή μου σιωπή

Κι εσύ, γυμνή ομορφιά του κόσμου
μέσα και δίπλα μου ξυπνάς και με ρωτάς
τι στο καλό με δέρνει και νυχτώνομαι
που ‘χω να σηκωθώ πρωί, λογαριασμοί και τράπεζες και τέτοια
κι είμαι παλαβός και τελοσπάντων έχει κουνούπια στα παιδιά
και δες μην κατουρήθηκαν

Χαμογελάς, σκεπάζεσαι και το χαμόγελο κρατά ενώ ξανακοιμάσαι
όπως στ’ αρχαία αγάλματα
Κι όνειρα βλέπεις, αναλήψεις των πτηνών και των ερώτων κι εγώ ξύπνιος
Μόνο η νυχτερινή μου σιωπή

Η μέρα θα ‘ρθει
Κι αν έχω φύγει αυτή θα ‘ρθεί, τεράστια κι ήσυχη

Τότε –τώρα θα ‘ναι–
θα γονατίσει το θεριό
θα γύρει να λιαστεί ανάσκελο το σκότος
θ’ απαλλαγεί το μίσος απ’ το μίσος, η σφαίρα από τον στόχο
θα χαωθεί η τάξη της φρίκης
κι ο νόμος, ανάγκη της αποτυχίας μας, θα σβήσει

Θ’ ανοίξει το κελί, θ’ αλαφρύνει το πάτημα χωρίς την αλυσίδα
θα λιώσουν η σημαία και το σκήπτρο
θα γίνει το σπαθί νερό κι η δίψα παραμύθι

Κι αν είμαστε - κι αν είμαι λίγος κι υποτακτικός
μια μέρα, γιατί η μέρα θα ‘ρθει
κάποιοι, εμείς θα είναι
θα σταθούν
συνείδηση μες στα αίματα
να πουν σε όλους και σ’ εμάς, για όλους εμάς

Συγνώμη

Κι όταν μεγάλα τραγουδήσουν
το ασήμαντο νυχτερινό τραγούδι της σιωπής μας
θα φέξει επιτέλους το ξημέρωμα

μιας νέας τραγωδίας

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

Δέκα μελοποιημένα ποιήματα του Κωστή Παλαμά

Με αφορμή την επέτειο από τη γέννηση του ποιητή Κωστή Παλαμά(γεννήθηκε Ιανουάριο του 1859) το tvxs.gr σας προτείνει ακρόαση δέκα μελοποιημένων του ποιημάτων.
Μπορεί να μην είναι από τους πιο μελοποιημένους μας ποιητές ο Παλαμάς όμως τον Σεπτέμβρη του 1984, με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων από το θάνατο του, κυκλοφόρησε από τη Minos o δίσκος του Μιχάλη Τερζή «Όλη τη μουσική μες στην αγάπη βάλε», με 11 μελοποιημένα ποιήματα του Κωστή Παλαμά. 
Τραγούδησαν ο Γιώργος Νταλάρας, η Δήμητρα Γαλάνη, η Ελευθερία Αρβανιτάκη, ο πρόωρα χαμένος Διονύσης Θεοδόσης, σε μια από τις πρώτες δισκογραφικές εμφανίσεις του και παιδική χορωδία.
Αργότερα κυκλοφόρησε μια εξαιρετική έκδοση και 19 μελοποιημένα ποιήματα του Κωστή Παλαμά σε βιβλίο και cd υπό τον τίτλο «Δεν ξέρω παρά να τραγουδώ». Ανάμεσα στους συνθέτες που τον μελοποίησαν ο Νίκος Ξυδάκης, ο Σταμάτης Κραουνάκης, ο Ορφέας Περίδης, ο Φοίβος Δεληβοριάς, ο Νίκος Ζούδιαρης κ.α.                               Ποιήματα του Παλαμά έχουν μελοποιήσει επίσης ο Μιχάλης Κουμπιός τα Υπόγεια Ρεύματα ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα ολόκληρο άλμπουμ με μελοποιημένη ποίηση του Παλαμά από τον Λουκά Θάνο με ερμηνευτή τον Γιάννη Χαρούλη θα ακούσετε παρακάτω το τραγούδι «Στο σπίτι που μεγάλωσα» που έδωσε τον τίτλο στο άλμπουμ.
Λίγα λόγια για τη ζωή του 
Όταν ο ποιητής ήταν 6 χρονών έχασε και τους δύο γονείς του σε διάστημα σαράντα ημερών (Δεκέμβριος 1864 - Φεβρουάριος 1865). Στενοί συγγενείς ανέλαβαν τότε τα τρία παιδιά της οικογένειας, το μικρότερο αδερφό του η αδερφή της μητέρας του και εκείνον και το μεγαλύτερο αδερφό του ο θείος τους Δημήτριος Παλαμάς, που κατοικούσε στο Μεσολόγγι. Εκεί έζησε από το 1867 ως το 1875 σε ατμόσφαιρα μάλλον δυσάρεστη και καταθλιπτική, που ήταν φυσικό να επηρεάσει τον ευαίσθητο ψυχισμό του, όπως φαίνεται και από ποιήματα που αναφέρονται στην παιδική του ηλικία.
Η 24η Φεβρουαρίου 1898 ήταν μια μάλλον συνηθισμένη μέρα για το μικρό ελληνικό κράτος της εποχής. Ωστόσο, η 24η Φεβρουαρίου 1898 ήταν μια σημαδιακή μέρα για έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της χώρας. Ο θάνατος του γιου του Άλκη, σε ηλικία μόλις 4 ετών, «γέννησε» μια βαθύτατα λυρική συλλογή ποιημάτων, που κατέχουν ξεχωριστή θέση στο σύνολο της εργογραφίας του, τον «Τάφο». Εκτενέστατη ήταν η κριτική του λογοτέχνη και δημοσιογράφου Πολύβιου Δημητρακόπουλου, που φιλοξενήθηκε στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας ΚΑΙΡΟΙ στις 12.05. 
Ο Δημητρακόπουλος ξεκίνησε κάνοντας μια γενική αναφορά στο μέχρι τότε ποιητικό έργο του Κωστή Παλαμά και τις διχόνοιες που προκαλούσε στους λογοτεχνικούς κύκλους το «δυσνόητο» έργο του, για να πλέξει το εγκώμιο του με αφορμή τον «Τάφο» καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι «χρειάστηκε να επέλθει ο θάνατος του γιου για να κερδίσει ο πατέρας την αθανασία». 
Τα Χριστούγεννα του 1920 όμως, η ζωή του Κωστή Παλαμά θα αλλάξει, όταν θα γνωρίσει την 20χρονη Ελένη Κορτζά. Ο ποιητής ήταν τότε ήδη 61 ετών και τίποτα δεν προμήνυε τον μεγάλο τρυφερό έρωτα που θα ένιωθε για τη νεαρή Ελένη. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στο σπίτι του ανιψιού του Παλαμά, Χρήστου Ξανθόπουλου. Ο ποιητής εντυπωσιάστηκε από τη φρεσκάδα, την ομορφιά, τη μόρφωση και την ευφράδεια της Ελένης η οποία μάλιστα ευθαρσώς του είπε «Δεν γνωρίζω ποιητή Παλαμά».  
Λέγεται ότι συναντήσεις τους συνεχίστηκαν στο ίδιο σπίτι κάθε Σάββατο, υπό το βλέμμα και άλλων ενδιαφερομένων για τις απόψεις του Παλαμά. «Επέρασα μια νύχτα, τη νύχτα της Δευτέρας προς την Τρίτη, με το λυρικό, το μεθυστικό πυρετό της ενθύμησής σου», της έγραφε μεταξύ άλλων. 
Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). 
Ο γιος του Λέανδρος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Τσάτσου δεν επιθυμούσε η κηδεία του πατέρα του να πάρει εθνοπατριωτική διάσταση, επειδή φοβόταν πως οι Ιταλικές αρχές κατοχής θα του στερούσαν το διαβατήριό του. 
Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.
Δέκα μελοποιημένα ποιήματα του Κωστή Παλαμά
«Μια πίκρα» Φοίβος Δεληβοριάς

«Το ταξίδι» Σταμάτης Κραουνάκης

«Ο πόνος σου» Νίκος Ξυδάκης

«Ο Διγενής» του Μ. Τερζή, ερμηνεία Ελευθερία Αρβανιτάκη

«Σ’αγαπώ» του Μ. Τερζή. Ερμηνεία Γιώργος Νταλάρας, Δήμητρα Γαλάνη

«Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα» του Μιχάλη Κουμπιού. Ερμηνεία Β. Παϊτέρης

«Κακή Φωτιά» Υπόγεια Ρεύματα

«Χρυσομαλλούσα» Λαυρέντης Μαχαιρίτσας

«Ίσιος δρόμος» Ορφέας Περίδης
  «Το σπίτι που γεννήθηκα» Λουκάς Θάνος. Ερμηνεία Γιάννης Χαρούλης

tvxs.gr/news/moysiki/deka-melopoiimena-poiimata-toy-kosti-palama

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Η ουρά του αλόγου - Γιάννης Χαρούλης



Ο καβαλάρης τ' άλογο το `χε μες στην καρδιά του.
Που να `βρει φίλο πιο καλό να λέει τα μυστικά του.
Το τάιζε αγριοκρίθαρο, τετράφυλλο τριφύλλι, 
στολίδια είχε στη σέλα του με λαμπερό κοχύλι.
Ήταν λευκό, ήταν κάτασπρο, ήταν γοργό και ξύπνιο, 
κάλπαζε στα γυμνά βουνά και ξέφευγε απ' τον ίσκιο.
Μα ένα παλιομεσήμερο, σε μια συκιά από κάτω, 
αστρίτης στραβογάνησε και δίνει δαγκωσιά του.
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά μα πέρασαν αιώνες
ο καβαλάρης το θρηνεί, χαϊδεύει τους λαγώνες.
«Σύντροφε που ξανοίγεσαι, που χάνεσαι και φεύγεις;
Ας δώσουμε όρκο. Με καιρούς θα σ' εύρω ή θα μ' εύρεις».
Σκυφτός γυρνάει στο σπίτι του, σκυφτός την πόρτα ανοίγει, 
καρφώνει τα παράθυρα και στο πιοτό το ρίχνει.
Το άλογο στο μεταξύ τα όρνια το τυλίξαν
το σκελετό και την ουρά μονάχα που τ' αφήσαν.
Περνούσε κι ένας μάστορας που `μαθε στην Κρεμόνα
να φτιάχνει βιόλες και βιολιά που να κρατάνε χρόνια.
Είδε την τρίχα της ουράς άσπρη και μεταξένια, 
την πήρε κι έφτιαξε μ' αυτή δοξάρια ένα κι ένα.
Δυο μήνες έκανε ο νιος ν' ανοίξει παραθύρι
την Τρίτη την πρωτομηνιά βγαίνει στο πανηγύρι.
Εκεί `ταν λαουτιέρηδες που θέλαν' παρακάλια
ήταν κι ένας βιολιτζής που έπαιρνε κεφάλια.
«Γεια και χαρά στου βιολιτζή. Χρήμα πολύ θα δώσω.
Θέλω ν' ακούσω απ' τα καλά, μήπως και ξαλαφρώσω».

Δέκα φορές το πέρασε ρετσίνι το δοξάρι, 
ταιριάζει στο σαγόνι του, τ' όργανο με καμάρι, 
και σαν αρχίζει δοξαριές, μια πάνω και μια κάτω, 
τον κόσμο φέρνει ανάποδα, τη γη μέσα στο πιάτο.
Πετάει με χούφτες τα λεφτά, ο άντρας και χορεύει
ακούγεται χλιμίντρισμα και το μυαλό του φεύγει.


Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

Έργα Τέχνης Ελλήνων Ζωγράφων

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

«Δύο Ημέρες, Μία Νύχτα» (Deux Jours, Une Nuit / Two Days, One Night) των Ζαν Πιέρ και Λυκ Νταρντέν (Βέλγιο)

Η Σάντρα (Μαριόν Κοτιγιάρ), είναι μία νεαρή σύζυγος και μητέρα, η οποία εργάζεται σ' ένα εργοστάσιο φωτοβολταϊκών σε μία μικρή πόλη του Βελγίου. Κατά την απουσία της σε αναρρωτική άδεια, το αφεντικό της συνειδητοποιεί ότι μπορεί να καλύψει τη βάρδια της με μικρές υπερωρίες και χρηματικά μπόνους. Απελπισμένη πλέον η νεαρή σύζυγος και μητέρα, προσπαθεί μέσα στο Σαββατοκύριακο που μεσολαβεί μέχρι τη μυστική ψηφοφορία της Δευτέρας να επισκεφθεί όλους τους συναδέλφους της και με τη βοήθεια του άνδρα της Μανού (Φαμπρίτζιο Ροντζιόνε - Fabrizio Rongione) να τους πείσει ώστε να ψηφίσουν υπέρ της, έτσι ώστε να μη βρεθεί τη Δευτέρα, άνεργη...
Τρία χρόνια μετά το όμορφο φιλμ τους «Το Παιδί με το Ποδήλατο» (The Kid with a Bike / Le gamin au velo), οι αδερφοί Νταρντέν επέστρεψαν με τη νέα τους δημιουργία. Μία επίκαιρη, δραματική ταινία με πρωταγωνίστρια την πάντα υπέροχη Μαριόν Κοτιγιάρ. Ένα ανθρωποκεντρικό φιλμ, που περιστρέφεται γύρω από την πρόσφατη οικονομική κρίση στην Ευρώπη και το αναφέρετο δικαίωμα στην εργασία...

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016

Εχεμύθεια (Α. Εμπειρίκου) - Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας

Οι αδερφοί Κατσιμίχα σημειώνουν:
«Πέρσι τον Αύγουστο, αργά, με τη θερμή δροσιά του απογεύματος, η «Εχεμύθεια» του Ανδρέα Εμπειρίκου μας ψιθύρισε την κρυμμένη της μουσική. Την αφιερώνουμε στον ποιητή».

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Χαΐνηδες-Ο Θάνατος του παλικαριού

Στίχοι: Δημήτρης Αποστολάκης
Μουσική: Δημήτρης Αποστολάκης

Ήτανε χινόπωρο π' αντάμωσα
ώριο παλληκάρι και το λάβωσα
σε πολέμου μπόρα και κακή μαλιά
κι είχ' η γης στρωσίδι κάμει με κορμιά
κι ήβγαιν' απ' τ' αχείλι το βερτζί μιλιά
που μου μαχαιρώνει χρόνια την καρδιά

Θε μου σαν ποθάνω κάμε με δεντρό
και παρέκει βρύση με κρυγιό νερό
νά 'ρχουνται οι έμορφες να λούζουνται
και στον ασκιανό μου να δροσίζουνται.
Να περάσει μιαν αυγή κι η αγαπώ
ξωτικό να κόψει και γλυκύ καρπό
κι ο καρπός να βγάλει όνειρου καημούς
να γεμίσει ο κόσμος αναστεναγμούς.
Και στη βρύση μαγικό νερό να βρει
του καημού να σβήσει το θαμπό κερί
να τη δω να φεύγει να μακραίνεται
δίχως αναμνήσεις να πικραίνεται

Μά 'τανε θολούρα και απόβραδο
κι ο Θεός δεν είδε στο ματόκλαδο
πού 'χε κρουσταλλιάσει ένα δάκρυ του
λύπηση γεμάτο απ' την αγάπη του
Μα τον εσυμπόνεσ' ένα νέφαλο
κόκκινο και τού 'ριξε προσκέφαλο
μια βροχή που ξέπλυνε τη λύπηση
κι έμεινε η ρίμα και η θύμηση

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

Χρόνης Μίσσιος, …καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς (απόσπασμα)

[…] Έμενα κάποια φορά σ’ ενός γιατρού. Δεξιός ο άνθρωπος, αλλά δε γούσταρε και τους εθνοσωτήρες. Ήξερε ότι ήμουνα κομμουνιστής, και κάθε βράδυ που έβγαινα για δουλειά, γέμιζε από αισιοδοξία. Ε, κάποτε κανονίστηκε μια γιάφκα, και το βράδυ που θα ’φευγα από το σπίτι του, σαν αποχαιρετιστήριο, κατεβάσαμε κάνα δυο ουίσκι. Δυνατό πράμα, σε φτιάχνει στα σβέλτα. Ήμουνα, που λες, φτιαγμένος και ακοντρολάριστος, που λένε.
Την ώρα που έφευγα και με χαιρέταγε, τα μάτια του στάζανε λύπη. Μου λέει, πού θα πας τώρα, ρε Φάνη — εγώ μια ζωή το ίδιο ψευδώνυμο στις παρανομίες. Όπως στεκόμασταν όρθιοι, του λέω, σοβαρά μιλάς, γιατρέ, εμένα λυπάσαι; Ξαφνιάστηκε, μα, μου λέει, φεύγεις έτσι μέσα στη νύχτα, σε κυνηγάνε θεοί και δαίμονες, σκοτώνουν, βασανίζουν, δεν έχεις σπίτι, οικογένεια, δεν έχεις όνομα... Τον κοίταξα. Έπρεπε να τον πληγώσω, δεν είχα άλλο δρόμο. Ήμουνα στριμωγμένος, αν αφηνόμουνα στην παραδοχή της λύπης, ήμουνα χαμένος, γιατί τα αντικειμενικά στοιχεία, όπως τα περιέγραψε ο γιατρός, ήτανε σωστά. Όμως είχα ανάγκη να υπερασπιστώ τη ζωή μου, την ουσία της, απέναντι και στον ίδιο τον εαυτό μου. Σοβαρά, του λέω, γιατρέ, εμένα λυπάσαι; Τα έχασε ελαφρώς. Ήταν πολύ καλός και γλυκός άνθρωπος, αλλά και παλικάρι, για να δεχτεί να κρύψει έναν παράνομο σε μια στιγμή που ούτε η μάνα σου, που λέει ο λόγος, δε σ’ έβαζε μέσα. Όπου το ραδιόφωνο ούρλιαζε ημερήσιες διαταγές, «Πας όστις φιλοξενεί άτομον μη δηλωμένον εις τας Αστυνομικάς Αρχάς, θα παραπέμπεται εις το έκτακτον στροτοδικείον...» Κοίτα να δεις, του λέω, εγώ κρατάω τη ζωή μου και τη μοίρα μου στα χέρια μου, οι επιλογές είναι δικές μου, όποτε θέλω, περνάω στη δική σου θέση. Αν τώρα κάνω ένα τηλεφώνημα στην ασφάλεια και τους πω ότι παύω να ασχολούμαι με την πολιτική, χωρίς να αποκηρύξω τίποτα και κανέναν, αύριο θα περπατάω και γώ «ελεύθερα» και «ακίνδυνα» όπως εσύ... Εσύ μπορείς να περάσεις στη δική μου θέση; Να τα παρατήσεις όλα, λεφτά, καριέρα, οικογένεια, σπίτια, να δεθείς μ’ ένα όνειρο και να το κυνηγήσεις, ν’ αγαπήσεις με πάθος τους ανθρώπους και την ελευθερία τους, να μπεις στην καρδιά της εποχής σου, και από απλός θεατής να γίνεις δημιουργός της ιστορίας; Και, να σου πω και κάτι ακόμα: είμαστε συνομήλικοι. Αν δεχτούμε ότι αυτό που λέμε ζωή δεν είναι να υπάρχεις σαν το δέντρο, δηλαδή να υπάρχεις μονάχα βιολογικά —δεν ξέρω αν χρησιμοποιώ και σωστά τους όρους, αλλά καταλαβαίνεις τί θέλω να πω— δηλαδή αν τη ζωή μπορούμε να τη μετράμε απλώς με την παραγωγή κάποιων αγαθών και κάποιων υπηρεσιών και με το να καταναλώνουμε κάποια αγαθά και κάποιες υπηρεσίες, τότε πιστεύω πως η ζωή δε θα ’ταν τίποτα άλλο, παρά μια απέραντη πλήξη.
Νομίζω πως αυτό που ονομάζουμε ζωή μετριέται μονάχα με τα συναισθήματα που νιώθουμε σαν άνθρωποι, τις συγκινήσεις, τις πίκρες, τις χαρές, τις μικρές ευτυχίες, τις μικρές δυστυχίες, την επιβεβαίωση, τελικά, της ανθρώπινης ουσίας μας. Πόσες φορές στη ζωή σου ένιωσες έντονα συναισθήματα και συγκινήσεις, γιατρέ; Όταν πήρες το πτυχίο σου, όταν ερωτεύτηκες τη γυναίκα σου, όταν έκανες καριέρα, όταν γεννήθηκε η κορούλα σου... Γύρω απ’ αυτά κλείνει ο κύκλος. Εγώ, τα ίδια χρόνια, έζησα τόσο συμπυκνωμένα συναισθήματα, τόσο έντονα, που εσύ ούτε σε εκατό χρόνια της δικής σου ζωής δεν μπορείς να τα ζήσεις. Πόσες φορές έπαιξα με το θάνατο, όχι για το παιχνίδι, γιατί τότε θα μπορούσα απλώς να κάνω ένα επικίνδυνο νούμερο στο τσίρκο, αλλά συνεπαρμένος από τους μύθους μου, από τα οράματά μου, από την αγάπη μου για τη ζωή, για τον άνθρωπο και τη λευτεριά του. Πόσες φορές τόλμησα, μετρήθηκα με φοβερούς μηχανισμούς, άλλοτε νικώντας, άλλοτε χάνοντας, αλλά πάντα νιώθοντας άνθρωπος και ποτέ αντικείμενο κάποιας μοίρας. Ακόμα, γιατρέ μου, σε σχέση με σένα είμαι πολύ νέος, και να σου πω γιατί; Πράγματα που για σένα θεωρούνται δεδομένα και τα περνάς αδιάφορα, για μένα είναι μικρές και μεγάλες ευτυχίες. Τα θαύματα του κόσμου, που λένε, η όρασή μου με εφήβεια έκπληξη τα ζει και με γεμίζει συναισθήματα. Είμαι βέβαιος πως ένας περίπατος τη νύχτα στους έρημους δρόμους της πόλης, είναι για σένα κάτι πολύ συνηθισμένο, αν όχι βαρετό. Ένας περίπατος στο δάσος, ο θόρυβος της θάλασσας, ένα όμορφο δέντρο, ένα λουλούδι, το κρασί, ο έρωτας... Η επαφή σου με τα πράγματα είναι τυπική, δεν τα πλουτίζεις, δε σε πλουτίζουν, τα ξεπερνάς, δεν τα ζεις. Για μένα, κάθε πρωινό είναι μια έκπληξη, κάθε δειλινό μια νοσταλγία, κάθε νύχτα ένα μεγάλο μυστήριο, ένα ποτήρι κρασί, ένα φιλί. Αλήθεια, ποιες είναι οι επιθυμίες σου, γιατρέ; Είσαι «πετυχημένος», ό,τι επιθυμείς το έχεις, είσαι κορεσμένος, άρα γέρος, γιατί ταυτόχρονα δεν μπορείς να τα ξεφορτωθείς όλ’ αυτά. Είσαι ταξινομημένος, δεν μπορείς να πετάξεις, να μπεις στον δρόμο των συναισθημάτων, της φαντασίας, του ονείρου, της επιθυμίας, μιας νέας επαφής σου με τα πράγματα και τους ανθρώπους. Κοίτα, ψάξε λίγο, ο δρόμος σου είναι ο δρόμος που μετατρέπει τον άνθρωπο σε αντικείμενο με βιολογικές ανάγκες... Μη με λυπάσαι, σε παρακαλώ, εγώ θα είμαι πάντα με τις μειοψηφίες, έκθετος πάντα, ποτέ ένθετος. Δε θύμωσε, δεν μου είπε ότι λέω μαλακίες. Μ’ αγκάλιασε, μου είπε πως είμαστε περίεργοι άνθρωποι αλλά ωραίοι. Με φίλησε, μου έβαλε και δέκα χιλιάρικα στην τσέπη —μεγάλο ποσό για εκείνη την εποχή— και έφυγα. Το ξέρω πως είπα μεγάλα λόγια γιατί, παρ’ όλα αυτά, είμαι ένθετος, τοποθετημένος και ταξινομημένος σε άλλους μηχανισμούς, σε μιαν άλλη λογική, σε μιαν άλλη τάξη πραγμάτων. […]
[πηγή: Χρόνης Μίσσιος, …καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς, Γράμματα, Αθήνα 1985, σ. 153-155]

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

Νίκος Εγγονόπουλος: Περί Ύψους

Certes, I'artiste désire s'élever, ... mais I'homme doit rester obscur. Paul Cezanne

Ὁ Ἰταλὸς πυροτεχνουργὸς ἔχει ἐγκαταστήσει τὸ λιτὸ κι’ ἀπέριττο, τὸ φτωχικὸ ἐργαστήριό του, ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ἀττικοῦ λόφου. Ἐκεῖ ἀσχολεῖται νυχθημερὸν μὲ τὰ ἄπειρα πειράματά του καὶ μὲ τὴν παρασκευὴ τῶν διάφορων προϊόντων τοῦ ἐπιτηδεύματός του: βαρελότα, χαλκούνια, καὶ ἄλλα «μαϊτάπια». Γιατί αὐτὸς εἶναι ποὺ προμηθεύει τοὺς πανηγυριστὰς τὶς παραμονὲς τῶν μεγάλων ἑορτῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ κι’αὐτὸς εἶναι, πάλι, πού, τὶς νύχτες τῶν ἐθνικῶν ἐπετείων, διακοσμεῖ τοὺς οὐρανούς μας μὲ λογῆς λογῆς φανταχτερὰ λουλούδια, μ’ ἐκθαμβωτικὰ πλουμιὰ καὶ μὲ ταχύτατες ρουκέττες ποὺ καταλήγουν σὲ μυριόχρωμη βροχὴ ἀπὸ σπίθες. Σπανίως ἐγκαταλείπει τὸ ἔργον, ὅμως, τὰ βράδια, ἐνίοτε, περιφέρει τὴ σακατεμένη κι ἀλαμπουρνέζικη σιλουέττα του, ἀπὸ καπηλειὸ σὲ καπηλειό, χρησιμοποιώντας, κατὰ προτίμηση, τὰ σκοτεινότερα στενά τῆς ἀγορᾶς. Τὸ ἐπάγγελμά του εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνο: πυρῖτις, κι’ ἒσθ’ ὅτε δυναμῖτις, εἶναι ἡ πρώτη ὕλη τῶν ἐργοχείρων του. Ἡ παραμικρὴ ἀπροσεξία ἀρκεῖ κι’ἐπέρχεται ἡ τρομερὰ καταστροφή: μέσα σὲ ἐκκωφαντικὸ κρότο τινάζονται στὸ καθαρὸ πρωινὸ καὶ τὸ ἐργαστῆρι κι’ ὁ πυροτεχνουργὸς μαζύ, καὶ βλέπομε νὰ στριφογυρνοῦν ψηλὰ στὸν ἀέρα, ὧρες, κι’ ὁ Ἰταλὸς καὶ τὰ σανίδια τῆς μπαράγκας καὶ πηχτὰ σύγνεφα σκόνης, ἐνῷ μιὰν ἔντονη μυρωδιὰ μπαρούτης ἁπλώνεται παντοῦ.

Ὅμως ποτὲ δὲν ἐπέρχεται τὸ μοιραῖον, γιατί ὑπάρχει κάτι. Ἕνα μυστικό. Κι’ αὐτὸ τὸ μυστικὸ εἶναι ἁπλούστατα ἡ σύζυγος ποὺ γρηγορεῖ. Πράγματι, ἡ γυναῖκα του, δική μας: εὐλαβικὴ κι όρθόδοξος χριστιανή, ξημεροβραδιάζεται στὶς ἐκκλησιές, καὶ κάνει βαθειὲς μετάνοιες, κι ὅλο προσεύχεται γιὰ δαύτονε. Κι ἔτσι τόνε κρατᾶ στὴ ζωή.

Μάλιστα, κάτω στὴν χαράδρα ποὺ περιβάλλει τὸν ἀττικὸ λοφίσκο, ἐκεῖ, ἡ μαύρη, ἔχει σπείρει τὸν κόσμο μ’ ἀναρίθμητα προσκυνητάρια, τὰ περισσότερα μαρμάρινα, ἄλλα ταπεινότερα, ὅμως ὅλα μὲ εἰκόνα Θεοτόκου ἢ ἄλλου ἁγίου, κι ὅλα μὲ μιὰ θυρίδα, γιὰ τὰ λεφτά. Κάθε τόσο συλλέγει ὑπομονετικὰ τὰ χρήματα, καὶ τὸ μεγαλύτερο μὲν μέρος διαθέτει γι’ ἀγαθοεργοὺς σκοπούς, ἐνίσχυση ἀπόρων, ἀνακούφιση ἀσθενῶν, ἀποπεράτωση ἐκκλησιῶν, κι’ ἕνα ἄλλο μέρος τὸ φυλᾶ προσεκτικά, καθὼς σκοπεύει μ’ αὐτό, ἐν καιρῷ, ν’ἀνεγείρη ἐκκλησία τιμωμένη μὲ τ’ ὄνομα τῆς Ἁγίας ΑΙκατερίνης.
(Πιὸ πέρα, στὴ χαράδρα, κάποιος ἔχει ἐγκαταστήσει κυψέλες, μελισσιῶν, σ’ ἕνα χωράφι, καί, πιὸ πέρα ἀκόμη, μέσα σὲ περιβόλι, εἶναι τὰ ἐρείπια μισοχτισμένου ἀρχοντικοῦ).

Αὐτὴ ἡ ἱστορία τοῦ Ἰταλοῦ εἶναι κι’ ἡ ἱστορία ἡ δικιά μας, Ἑλένη. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ πυροτεχνουργός; Τὰ ποιήματά μου δὲν εἶναι Πασχαλινὰ χαλκούνια, κι’ οἱ πίνακές μου καταπλήσσοντος κάλλους νυχτερινὰ ὑπέρλαμπρα μετέωρα τοῦ Ἀττικοῦ οὐρανοῦ; Κι’ ὅμως, ἐὰν ἀκόμη δὲν μὲ κατασπαράξανε ἀλύπητα, νὰ πετάξουνε τὶς σάρκες μου στὰ σκυλιά, αὐτὸ δὲν τὸ χρωστάω σ’ ἐσένα, στὴ μεγάλη στοργή σου καὶ στὴν ἀγάπη σου; Τὸ ξέρω, μή μοῦ τὸ κρύφτεις, τὸ ξέρω σοῦ λέω: προσεύχεσαι γιὰ μένα!

Μάζευε τὰ λεφτὰ τῶν προσκυνηταρίων μας καὶ σκόρπαε, μὲ τ’ ἅγια λευκά σου χέρια, τὸ καλὸ παντοῦ. Ὅμως κράτα ἕνα μέρος, νὰ συγκεντρώσωμε, κι’ἐμεῖς, λίγο λίγο ἕνα ποσό, γιὰ ν’ ἀνεγείρουμε μιὰν ἐκκλησιὰ ἀφιερωμένη στὴν Βασίλισσα ποὺ εἶχε τ’ὄνομά σου. Ἐκεῖ μέσα, σ’ αὐτὴν τὴν ἐκκλησία θὲ νὰ σὲ παντρευτῶ. Γιατί εἶσαι ὡραῖα, ἔχεις τὴν πιὸ εὐγενικὴ κι’ ὑπερήφανη ψυχή, καὶ σ’ ἀγαπῶ παράφορα.


Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Μια αιωνιότητα και μια ημέρα

Ο Αλέξανδρος, ένας σοβαρά άρρωστος συγγραφέας (Μπρούνο Γκαντς) που ασχολείται με το ημιτελές έργο του Σολωμού "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι", αναζητά μια γλωσσική και συγχρόνως υπαρξιακή ταυτότητα.




Αποπειράται να συγκεντρώσει, να αγοράσει λέξεις για να συμπληρώσει το ατελές έργο του ποιητή.  Αποχαιρετά τους κοντινούς του ανθρώπους, λίγο πριν την εισαγωγή του στο νοσοκομείο και το θάνατο. Θα πάρει στο αυτοκίνητό του ένα αγοράκι από την Αλβανία, το οποίο καταδιώκεται από την αστυνομία.
Ο συγγραφέας θα γίνει προστάτης του και θα το σώσει από κυκλώματα σωματέμπορων. Μαζί θα περιπλανηθούν στους δρόμους της πόλης. Ο συγγραφέας θυμάται τις ιδιαίτερες στιγμές που έζησε με τη μητέρα, τη γυναίκα του και τους οικείους του.
Προσκολλάται στον νεαρό του φίλο, αναβάλλει το θάνατό του, παρατείνει την αιωνιότητα κατά μία μέρα, και μεταφέρει στο παιδί, μαζί με την αγάπη του, και κάτι από τη γνώση του.


Χρονιά Παραγωγής:
1998
Σκηνοθέτης:
ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ
Σενάριο:
ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ

Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη διαβάζει Γιώργο Σαραντάρη



Έπεσε (1935), Ανοίγεται το αίσθημα (1938), Δεν γνωρίζω (1934), Θάνατος (1933).