Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ : Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ


► Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου:
Κινηματογραφική ταινία που σκηνοθέτησε η Μέμη Σπυράτου, η οποία βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα του Χατζή.
http://vimeo.com/32159641


Δικτυογραφία - Αρχείο ΕΡΤ
http://www.potheg.gr/WriterDetails.aspx?lan=1&id=7711129
ΕΡΤ: ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ]
http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=8607&autostart=0



ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ
http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=0000073973&tsz=0&autostart=0
ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, ΠΑΜΒΩΤIΣ-Δ.ΧΑΤΖΗΣ
http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=0000007339&tsz=0&autostart=0

http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=127187


Γιάννης Ψυχοπαίδης, Το ταξίδι
ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου
–Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
χρονιά ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.
–Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μου έρχουνται ως τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

–Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου    

σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα ’ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
–Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπω σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ως τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.


–Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

–Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;

σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τι μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
–Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.
–Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.
Αθήνα, άνοιξη ’38



ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ
Νύφες
Το παρακάτω κείμενο είναι η αρχή του σεναρίου που έγραψε η γνωστή συγγραφέας για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Νύφες. Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα στη Σαμοθράκη. Η ηρωίδα, η Νίκη υποδέχεται την αδελφή της Ελένη που γυρίζει από την Αμερική όπου πήγε να παντρευτεί έναν έλληνα μετανάστη αλλά δεν άντεξε και επέστρεψε άπρακτη.


1. Σαμοθράκη, λόφος με θέα στο λιμάνι-απόγευμα
Μια νέα γυναίκα στα μαύρα, λεπτή 25χρονη με αυστηρή ομορφιά, η Νίκη, τρέχει σαν γοργόφτερο πουλί στην κατηφόρα του λόφου και ο αέρας τής σηκώνει το φουστάνι.
Το ποστάλι «Παναγίτσα» πλησιάζει στο λιμάνι.

2. Λιμάνι, Σαμοθράκη-απόγευμα

Η Νίκη κατηφορίζει στην προκυμαία προς το ποστάλι. Αποφεύγει τα βλέμματα των άλλων.
Η «Παναγίτσα» αγκυροβολεί και δένει. Όλες οι διαδικασίες γίνονται μάνι-μάνι. Η συνηθισμένη κίνηση: δυο κάρα, νησιώτες, επιβάτες, ναυτικοί. Η Νίκη κοιτάζει ανυπόμονα προς το καΐκι και αναμένοντας παίζει με το βαφτιστικό ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΑΚΙ της. Έχουν κατέβει όλοι οι επιβάτες, εκτός
από την Ελένη, 28 χρόνων, κι εκείνη στα μαύρα.


ΝΙΚΗ
(φωνάζει)
Άντε, Ελένη. Κατέβα.
Η Ελένη παίρνει ένα μπαουλάκι και επιτέλους κατεβαίνει. Η Νίκη κοιτάζει την Ελένη ερωτηματικά από την κορφή ως τα νύχια. Είναι χλωμή κι αδύνατη.
ΝΙΚΗ
Θεέ μου… Τι συνέβη αδελφούλα μου;
Μα τι σου έκανε αυτός ο άνθρωπος;
Αγκαλιάζονται. Η Ελένη κλαίει με πνιχτά αναφιλητά.



3. Αυλή σπιτιού Νίκης, Σαμοθράκη-απόγευμα
Μικρό φτωχικό σπίτι σε ύψωμα. Στη χωμάτινη αυλή κάπου είκοσι ασπρισμένοι ντενεκέδες με γαριφαλιές. Καθισμένοι στο χαμηλό πεζουλάκι δεκαπέντε συγγε νείς.
Η Νίκη τους κερνάει καφέ και νερό και μετά πάει και κάθεται κοντά στις τρεις αδελφές της, την Ελένη και τις δύο μικρότερες, κάτω από τα 20, όλες μαυροφορεμένες. Το πρόσωπο της Ελένης στραμμένο αλλού. Ένας πενηντάρης θείος με σκασμένο δέρμα βγάζει από την τσέπη του
το μαντίλι του. Το σιδερώνει με τα χέρια πάνω στο γόνατό του.
ΘΕΙΟΣ
Μα να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια μας; Να πάει χαμένος κοτζάμ ράφτης; Κοτζάμ Σικάγο;
ΝΟΝΑ ΝΙΚΗΣ
Κοτζάμ Αμερική;
ΘΕΙΟΣ Κορόιδο.

ΕΛΕΝΗ

Δεν άντεξα θείε…
ΝΟΝΑ ΝΙΚΗΣ
Ο Θεός γέμισε το σόι μας κόρες. Σαν ακρίδες. Κι ούτε προίκες, ούτε γαμπροί. Ας όψεται ο πόλεμος. Στο ράφι θα ξεμείνουνε τα πουλάκια μας.

                           ΘΕΙΟΣ

Οχτώ ξαδέρφες τις παντρειάς. Να του στείλουμε λοιπόν μιαν άλλη αυτουνού του Πρόδρομου.
Σωπαίνει για λίγο
ΘΕΙΟΣ
(αποφασιστικά)
Αυτή τη φορά απ’ τη δικιά μου οικογένεια. Η Αλεξάνδρα μου είναι έτοιμη να πάει και στην άκρη του κόσμου.
(στην κόρη του)

Αλεξάνδρα… Πες το και μόνη σου.

Η Αλεξάνδρα, καθισμένη ανάμεσα στις ξαδέρφες της, σκύβει το κεφάλι.
ΘΕΙΟΣ
Πάτησε και τα 27.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ (ντροπαλή)
Τα 29.
ΘΕΙΟΣ Σιωπή. Τα 27 θα λέμε.
ΜΑΝΑ ΝΙΚΗΣ
Εγώ αδερφέ, έχω τέσσερις ανύπαντρες και είμαι χήρα. Θέλω άλλη μια ευκαιρία. Η νονά της Νίκης ξέρει ότι χρειάζομαι περισσότερη βοήθεια.
ΝΟΝΑ ΝΙΚΗΣ
(απαλά)
Η σειρά σου Νίκη. Ο Πρόδρομος είναι τίμιος άνθρωπος. Και τώρα ξέρεις πιο πολλά αγγλικά. Θα σου μάθω κι άλλα.
ΘΕΙΟΣ
(απογοητευμένος)
Εμάς τι μας φωνάξατε τότε, αν το ’χετε κιόλας αποφασίσει;
Κάνει νόημα στις κόρες του να σηκωθούν.

ΘΕΙΟΣ

Είναι αδικία. Και ο Θεός αυτά τα βλέπει.
Η Νίκη και η Αλεξάνδρα ανταλλάσσουν ματιές. Ο θείος και οι δύο κοπέλες φεύγουν. Βαριά ατμόσφαιρα.
Η μάνα της Νίκης κοιτάζει την κόρη της με ντροπή.
ΝΟΝΑ ΝΙΚΗΣ
(στη Νίκη)
Αυτή τη φορά δε θα γίνουν λάθη
Η Νίκη μένει αμίλητη μα τα μάτια της λένε πολλά.

Αναπαράσταση: Του Θόδωρου Αγγελόπουλου



Και μια και μιλάμε για Πίνδο και αρκούδες δείτε σχετικά:

http://polythea-aspropotamoy.blogspot.gr/2011/09/blog-post.html




κι απολαύστε ένα δημοτικό τραγούδι:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο/η είπε...