Πέμπτη, 11 Απριλίου 2013

Νίκος Καββαδίας: ο ποιητής των θαλασσών




Σύντομο βιογραφικό
Ὁ Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε τὸ 1910 σὲ μία μικρὴ πόλη τῆς Μαντζουρίας κοντὰ στὸ Χαρμπίν, ἀπὸ γονεῖς Κεφαλλονίτες. Πολὺ μικρὸς πρωτοταξίδεψε, ὅταν οἱ γονεῖς τοῦ ἀποφάσισαν νὰ ἐπιστρέψουν στὸ νησί τους, ἂν καὶ ἡ οἰκογένεια Καββαδία θὰ ζήσει ἐλάχιστα ἐκεῖ καὶ τελικό της λιμάνι θὰ εἶναι ὁ Πειραιᾶς, στὸν ὁποῖο μετοικεῖ τὸ 1921, ὅταν ὁ Νίκος εἶναι μόλις 11 ἐτῶν. Στὸν Πειραιᾶ ὁ ποιητὴς τελειώνει Δημοτικὸ καὶ Γυμνάσιο. Μαθητὴς ἀκόμη τοῦ δημοτικοῦ, γράφει τὰ πρῶτα του ποιήματα. Τὸ 1928 ἔδωσε ἐξετάσεις στὴν Ἰατρικὴ Σχολὴ ἀλλὰ τὴν ἴδια χρονιὰ ἀρρώστησε βαριὰ ὁ πατέρας του καὶ ἀναγκάστηκε νὰ δουλέψει. Τὸ 1929 μπαίνει ὑπάλληλος σὲ ἕνα ναυτικὸ γραφεῖο. Ἀντέχει μόνο λίγους μῆνες νὰ βλέπει τοὺς ἄλλους νὰ ταξιδεύουν. Τὰ καράβια κι ἡ θάλασσα εἶναι τὸ ὄνειρό του. Τὸν ἑπόμενο χρόνο, ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα του, μπαρκάρισε ναύτης στὸ φορτηγὸ Ἅγιος Νικόλαος καὶ γιὰ μερικὰ χρόνια συνεχίζει νὰ φεύγει μὲ τὰ φορτηγά, γυρίζοντας πίσω μονίμως ταλαιπωρημένος καὶ ἀδέκαρος... Ἡ ἀνέχεια τὸν κάνει ν᾿ ἀποφασίσει νὰ πάρει τὸ δίπλωμα τοῦ ἀσυρματιστῆ. Στὴν ἀρχὴ σκεφτότανε νὰ γίνει καπετάνιος, μὰ τὰ χρόνια εἶχαν περάσει, τὰ εἶχε φάει ἡ λαμαρίνα, καὶ τὸ δίπλωμα τοῦ ἀσυρματιστῆ ἦταν ὁ μόνος σύντομος καὶ ἀξιοπρεπὴς δρόμος γιὰ τὰ καράβια. Παίρνει τὸ δίπλωμά του τὸ 1939, ἀλλὰ ἀντὶ νὰ μπαρκάρει βρίσκεται στρατιώτης στὴν Ἀλβανία καὶ κατόπιν ξέμπαρκος στὴν Ἀθήνα μὲ τὴν γερμανικὴ Κατοχή. Μόλις τελείωσε ὁ πόλεμος, τὸ 1944, ξαναμπαρκάρει, ἀδιάκοπα πιά,ὡς ἀσυρματιστής, γυρίζοντας ὅλο τὸν κόσμο, ὡς τὸ Νοέμβριο τοῦ 1974. Ἔτσι εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ γυρίσει ὅλο τὸν κόσμο καὶ νὰ γνωρίσει τὶς ἀνοιχτὲς θάλασσες, τὰ ἐξωτικὰ λιμάνια καὶ νὰ ἀντλήσει ἀπὸ τὶς ἄμεσες ἐμπειρίες τοῦ τὸ ὑλικὸ γιὰ τὴν ποίησή του. Ἐπιστρέφοντας ἀπ᾿ τὸ τελευταῖο του ταξίδι κι ἐνῶ ἑτοίμαζε τὴν ἔκδοση τῆς τρίτης συλλογῆς τοῦ πέθανε ξαφνικὰ ἀπὸ ἐγκεφαλικὸ ἐπεισόδιο στὶς 10 Φεβρουαρίου τοῦ 1975. Τρεῖς μῆνες ἄντεξε μακριὰ ἀπὸ τὴ θάλασσα.


Ὁ Νίκος Καββαδίας εἶναι ἴσως ὁ μόνος ποὺ ἀξίζει τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ ἀπόλυτα βιωματικοῦ στὴν ποίησή του. Μιλάει πάντα γιὰ τὰ καράβια ποὺ ἔζησε, τοὺς ναυτικοὺς ποὺ γνώρισε, τοὺς ἔρωτες, τοὺς καυγάδες καὶ τοὺς θανάτους στὰ λιμάνια, μὲ τὴν γλώσσα τῶν καραβιῶν, ἀλλὰ καὶ κάποιους ἰδιωματισμοὺς τῆς Κεφαλλονιᾶς, νὰ μπλέκονται στὰ γνήσια λαϊκὰ ἑλληνικά του. Ὁ ἔρωτάς του γιὰ τὰ ταξίδια καὶ τὴ θάλασσα, πάθος τρομερό, σχέση ἀγάπης καὶ μίσους, ὁ ἴδιος ἔρωτας ποὺ τὸν ὁδήγησε νὰ μπαρκάρει μικρός, μόλις 19 ἐτῶν, ἀφήνοντας τὴν σίγουρη δουλειὰ τοῦ ναυτικοῦ γραφείου, εἶναι ὁρατὸς σὲ κάθε στίχο του, καὶ τόσο δυνατὸς ποὺ διαπερνᾶ τὸν ἀναγνώστη, τὸν κάνει νὰ ξεχάσει τὶς ἄγνωστες λέξεις καὶ τοὺς ναυτικοὺς ὅρους, καὶ νὰ συνεπαρθεῖ ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ ποιητῆ. Ἀπὸ παιδὶ ἔνιωσε ἀκατανίκητη ἕλξη γιὰ τὴ θάλασσα γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔγινε ναυτικός. Τὰ ποιήματά του ἔχουν ἔχουν πλαίσιο τὴ θάλασσα καὶ θέμα τὴ σκληρὴ ζωὴ τῶν ναυτικῶν. Ὡστόσο γιὰ τὸν Καββαδία, ποὺ εἶναι ἰδανικὸς ἐραστὴς «τῶν μακρυσμένων θαλασσῶν καὶ τῶν γαλάζιων πόντων», ἡ θάλασσα εἶναι ἕνας μαγικὸς κόσμος. Ἀπὸ αὐτὴ ἀντλεῖ δύναμη καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο.


Ὁ Νίκος Καββαδίας ἄφησε πολὺ λίγα πίσω του, μόλις τρεῖς ποιητικὲς συλλογές, ἕνα μυθιστόρημα καὶ τρία μικρὰ πεζά. Ταπεινὰ παρουσιάστηκε στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, κι ἡ ταπεινότητά του αὐτή, μαζὶ μὲ τὴν μελοποίηση πολλῶν ποιημάτων του, τὸν ἔφερε κοντὰ στὴ μεγάλη πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων, κάνοντάς τον ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ δημοφιλεῖς μας ποιητές, δυστυχῶς μετὰ τὸν θάνατό του. Τὴν ποιητική του ἐμφάνιση πραγματοποιεῖ τὸ 1933 μὲ τὴ συλλογὴ «Μαραμπού». Τὸ 1947 κυκλοφορεῖ τὸ δεύτερο ποιητικό του ἔργο «Πούσι». Τὸ 1975, λίγο μετὰ τὸ θάνατό του κυκλοφόρησε ἡ τρίτη καὶ τελευταία ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ «Τραβέρσο». Ἔγραψε κι ἕνα σύντομο μυθιστόρημα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ταξιδεμένων Ἑλλήνων, τὴ «Βάρδια» (1954). Τὰ μικρὰ πεζὰ «Λί», «Τοῦ πολέμου» καὶ «Στὸ ἄλογό μου» κυκλοφόρησαν τὸ 1987. Τὸ «Λὶ» γυρίστηκε σὲ κινηματογραφικὴ ταινία τὸ 1995 μὲ τίτλο «Between the Devil and the Deep Blue Sea». Τὸ σύνολο τοῦ ἔργου τοῦ Νίκου Καββαδία κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις «Ἄγρα».

Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/nikos_kabbadias/bio.htm
















Μελοποιημένα ποιήματα


ΦΑΤΑ ΜΟΡΓΚΑΝΑ
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό, 
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.

Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί, 
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι, 
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη. 

Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά, 
Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει. 

Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.



Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο, 

δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα, 
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου `πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει, 
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει, 
κι ο λόγος της μες’ το μυαλό σου να σφυρίζει, 
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’το τιμόνι, 
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.



Εφτά. Σε παίρνει αριστερά, μην το ζορίζεις.
Μάτσο χωράνε σε μια κούφιαν απαλάμη.
Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις.
Ο πιο μικρός αχολογάει μ’ ένα καλάμι.

Γυαλίζει ο Σημ της μηχανής τα δυο ποδάρια.
Ο Ρεκ λαδώνει στην ανάγκη το τιμόνι.
Μ’ ένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπυ τη μαλάρια
κι ο στραβοκάνης ο Χαράμ πίτες ζυμώνει.

Απ’ το ποδόσταμο πηδάνε ως τη γαλέτα.
Μπορώ ποτέ να σου χαλάσω το χατήρι;
Κόρη ξανθή και γαλανή που όλο εμελέτα
ποιος ρήγα γιός θε να την πιεί σ’ ένα ποτήρι.

Ραμάν αλλήθωρε, τρελέ, που λύνεις μάγια, 
κατάφερε το σταυρωτό του νότου αστέρι
σωρός να πέσει να σκορπίσει στα σπιράγια, 
και πες του κάτω από ένα δέντρο να με φέρει.

Ο Τοτ, του λείπει το ένα χέρι μα όλο γνέθει, 
τούτο το απίθανο σινάφι να βρακώσει.
Εσθήρ, ποια βιβλική σκορπάς περνώντας μέθη;
Ρούθ, δε μιλάς; Γιατί τρεκλίζουμε οι διακόσιοι;

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Κι έτσι μαζί με τους εφτά κατηφοράμε.
Με τη βροχή, με τον καιρό που μας ορίζει.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα, θυμάμαι...
Ο πιο στερνός μ’έναν αυλό με νανουρίζει.

Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.




Ολονυχτίς τον πότισες με το κρασί του Μίδα
κι ο φάρος τον ελίκνιζε με τρεις αναλαμπές
Δίπλα ο λοστρόμος με μακριά πειρατική πλεξίδα
κι αλάργα μας το σκοτεινό λιμάνι του Gabes

Απά στο γλυκοχάραμα σε φίλησε ο πνιγμένος
κι όταν ξυπνήσεις με διπλή καμπάνα θα πνιγείς
Στο κάθε χάδι κι ένας κόμπος φεύγει ματωμένος
απ’ το σημάδι της παλιάς κινέζικης πληγής

Ο παπαγάλος σου `στειλε στερνή φορά το γεια σου
κι απάντησε απ’ το στόκολο σπασμένα ο θερμαστής
πέτα στο κύμα τον παλιό που εσκούριασε σουγιά σου
κι άντε μονάχη στον πρωραίον ιστό να κρεμαστείς

Γράφει η προπέλα φεύγοντας ξοπίσω "σε προδίνω"
κι ο γρύλος τον ξανασφυράει στριγγά του τιμονιού
Μη φεύγεις. Πες μου, το `πνιξες μια νύχτα στο Λονδίνο
ή στα βρωμιάρικα νερά κάποιου άλλου λιμανιού;

Ξυπνάν οι ναύτες του βυθού ρισάλτο να βαρέσουν
κι απέ να σου χτενίσουνε για πάντα τα μαλλιά.
Τρόχισε κείνα τα σπαθιά του λόγου που μ’ αρέσουν
και ξαναγύρνα με τις φώκιες πέρα στη σπηλιά

Τρεις μέρες σπάγαν τα καρφιά και τρεις που σε καρφώναν
και συ με τις παλάμες σου πεισματικά κλειστές
στερνή φορά κι ανώφελα ξορκίζεις τον τυφώνα
που μας τραβάει για τη στεριά με τους ναυαγιστές




Απάνω μου έχω πάντοτε στη ζώνη μου σφιγμένο
ένα παλιό αφρικάνικο ατσάλινο μαχαίρι
όπως αυτά που συνηθούν και παίζουν οι αραπάδες 
που από έναν γέρο έμπορο αγόρασα στ’ Αλγέρι.

Θυμάμαι, ως τώρα να `τανε, το γέρο παλαιοπώλη, 
όπου έμοιαζε με μια παλιά ελαιγραφία του Γκόγια, 
ορθόν πλάι σε μακριά σπαθιά και σε στολές σχισμένες, 
να λέει με μια βραχνή φωνή τα παρακάτου λόγια:

«Ετούτο το μαχαίρι, εδώ, που θέλεις ν’ αγοράσεις
με ιστορίες αλλόκοτες ο θρύλος το `χει ζώσει, 
κι όλοι το ξέρουν πως αυτοί που κάποια φορά το `χαν, 
καθένας κάποιον άνθρωπο δικό του έχει σκοτώσει.

Ο Δον Μπαζίλιο σκότωσε μ’ αυτό τη Δόνα Τζούλια, 
την όμορφη γυναίκα του γιατί τον απατούσε.
ο Κόντε Αντόνιο, μια βραδιά, τον δύστυχο αδελφό του
με το μαχαίρι τούτο εδώ κρυφά δολοφονούσε.

Ένας αράπης τη μικρή ερωμένη του από ζήλεια
και κάποιος ναύτης Ιταλός ένα Γραικό λοστρόμο.
Χέρι με χέρι ξέπεσε και στα δικά μου χέρια.
Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, μα αυτό μου φέρνει τρόμο.

Σκύψε και δες το, μια άγκυρα κι ένα οικόσημο έχει, 
είναι αλαφρύ για πιάσε το δεν πάει ούτε ένα κουάρτο, 
μα εγώ θα σε συμβούλευα κάτι άλλο ν’ αγοράσεις.»
Πόσο έχει; Μόνο φράγκα εφτά. Αφού το θέλεις πάρ’το.

Ένα στιλέτο έχω μικρό στη ζώνη μου σφιγμένο, 
που η ιδιοτροπία μ’ έκαμε και το `καμα δικό μου, 
κι αφού κανένα δε μισώ στον κόσμο να σκοτώσω, 
φοβάμαι μη καμιά φορά το στρέψω στον εαυτό μου...




Φίλε μου Αλέξη, το `λαβα το γράμμα σου
και με ρωτάς τι γίνομαι, τι κάνω
Μάθε, ο γιατρός πως είπε στη μητέρα μου
ότι σε λίγες μέρες θα πεθάνω...

Είναι καιρός όπου έπληξα διαβάζοντας
όλο τα ίδια που έχω εδώ βιβλία
κι όλο εποθούσα κάτι νέο να μάθαινα
που να μου φέρει λίγη ποικιλία

Κι ήρθεν εχθές το νέο έτσι απροσδόκητα
σιγά ο γιατρός στο διάδρομο εμιλούσε
και τ’ άκουσα, στην κάμαρα σκοτείνιαζε
κι ο θόρυβος του δρόμου σταματούσε

Έκλαψα βέβαια, κάτω απ’ την κουβέρτα μου
Λυπήθηκα. Για σκέψου, τόσο νέος
μα στον εαυτό μου αμέσως υποσχέθηκα
πως θα φανώ, σαν πάντοτε, γενναίος

Θυμάσαι, που ταξίδια ονειρευόμουνα
κι είχα ένα διαβήτη κι ένα χάρτη
και πάντα για να φύγω ετοιμαζόμουνα
κι όλο η μητέρα μου `λεγε: Το Μάρτη...

Τώρα στο τζάμι ένα καράβι εσκάρωσα
κι ένα του Μαγκρ στιχάκι έχω σκαλίσει:
«Τι θλίψη στα ταξίδια κρύβεται άπειρη!»
κι εγώ για ένα ταξίδι έχω κινήσει

Να πεις σ’ όλους τους φίλους χαιρετίσματα
κι αν τύχει ν’ απαντήσεις την Ελένη
πως μ’ ένα φορτηγό πες της μπαρκάρισα
και τώρα πια να μη με περιμένει

Αλήθεια, ο Χάρος ήθελα να `ρχότανε
σαν ένας καπετάνιος να με πάρει
χτυπώντας τις βαριές πέτσινες μπότες του
κι ένα μακρύ τσιμπούκι να φουμάρει

Αλέξη, νιώθω τώρα πως σε κούρασα
μπορεί κιόλας να σ’ έκαμα να κλάψεις
δε θα `βρεις, βέβαια, λόγια για μια απάντηση
μα δε θα λάβεις κόπο να μου γράψεις...



Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα 
Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία
Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα.

Από παιδί βιαζόμουνα μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου, 
για μια στιγμή αν με λύγισε σήμερα δε με ορίζει.

Το μετζαρόλι ράγισε και το τεσσαροχάλι.
Την τάβλα πάρε, τζόβενο, να ξαναπάμε αρόδο.
Ποιος σκύλας γιος μας μούτζωσε κι έχουμε τέτοιο χάλι, 
που γέροι και μικρά παιδιά μας πήραν στο κορόιδο;

Βαμμένη. Να σε φέγγει κόκκινο φανάρι.
Γιομάτη φύκια και ροδάνθη αμφίβια Μοίρα.
Καβάλαγες ασέλωτο με δίχως χαλινάρι, 
πρώτη φορά σε μια σπηλιά στην Αλταμίρα

Σαλτάρει ο γλάρος το δελφίνι να στραβώσει. 
Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ’ είδες;
Στην άμμο πάνω σ’ είχα ανάστροφα ζαβώσει
τη νύχτα που θεμέλιωναν τις Πυραμίδες

Το τείχος περπατήσαμε μαζί το Σινικό.
Κοντά σου ναύτες απ’ την Ουρ πρωτόσκαρο εβιδώναν.
Ανάμεσα σε ολόγυμνα σπαθιά στο Γρανικό
έχυνες λάδι στις βαθιές πληγές του Μακεδόνα.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα


Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: Καμάρι μου κοιμήσου.
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδελφός. Που μ’ είδες και που σ’ είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιος το `λεγε, ποιος το `λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι, 
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ’ τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαράει με δύναμη, μένει βουβό τ’ αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ’ ανοιχτά.
Στ’ `ομορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει από τα χείλη σου που ακόμα είναι ζεστά, 
ένα σβησμένο cigarillos.

Τ’ όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό, 
έσμιξε πια με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί (κόνδορας πάει και χαμηλώνει, 
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ’ ένα αλώνι).
Απόψε οι δυο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας σαϊτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένη μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει
μ’ αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του
μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο φίλος και στο μπόι σου το μετράει

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα
κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο/η είπε...