Πέμπτη 25 Απριλίου 2013
Τρίτη 23 Απριλίου 2013
Κυριακή 21 Απριλίου 2013
Προτεινόμενη ταινία: Blancanieves (Χιονάτη) του Pablo Berger: Ένα έργο-ποίημα
Αν και ο μύθος είναι αρκετά κοντά στο γνωστό σε όλους παραμύθι υπάρχουν αρκετές ανατροπές και αλλαγές ώστε να εκπλήσσει τον θεατή και να διατηρεί το ενδιαφέρον του
Της Ελένης Τραγέα
Η υπόθεση
Η υπόθεση του έργου στηρίζεται στο γνωστό παραμύθι της Χιονάτης. Εδώ όμως –μια και το έργο είναι Ισπανικό- ο μπαμπάς της Χιονάτης και οι επτά νάνοι είναι ταυρομάχοι. Η δε κακιά βασίλισσα είναι μια νοσοκόμα που περιποιείται τον ανάπηρο πια πατέρα- ταυρομάχο και τον πείθει να την παντρευτεί ώστε να εκμεταλλευτεί τον πλούτο και τη φήμη του. Όταν η μητριά της επιχειρεί να τη δολοφονήσει η Χιονάτη διαφεύγει- έχοντας χάσει την μνήμη της ύστερα από το τραυματικό γεγονός- και μοιράζεται την ζωή και το επάγγελμα των νάνων ταυρομάχων. Χάρη στην παλαιότερη διδασκαλία του πατέρα της γίνεται και η ίδια διάσημη ταυρομάχος, μέχρι που η μητριά της, την ανακαλύπτει και επιχειρεί εκ νέου να τη δολοφονήσει.
Το σενάριο
Αν και ο μύθος είναι αρκετά κοντά στο γνωστό σε όλους παραμύθι υπάρχουν αρκετές ανατροπές και αλλαγές ώστε να εκπλήσσει τον θεατή και να διατηρεί το ενδιαφέρον του. Αν κάποιος περιμένει το πριγκιπόπουλο και το αίσιο τέλος θα απογοητευτεί οικτρά. Εδώ, ο μύθος της χιονάτης μετατρέπεται σε ένα γλυκόπικρο, σχεδόν σκληρό αλλά συνάμα και ρομαντικό, παραμύθι. Το κακό μπορεί να τιμωρείται, το καλό, όμως, δεν κατορθώνει να θριαμβεύσει και οι ήρωες παραμένουν τραυματισμένοι και δυστυχισμένοι.
Η σκηνοθεσία
Ο Pablo Berger μπορεί να είναι ένας σχετικά άπειρος και άγνωστος σκηνοθέτης, αλλά εδώ κάνει τη σοφή επιλογή να συνδυάσει τη νοσταλγική αισθητική με την παλιά φόρμα. Το έργο είναι γυρισμένο σε κάμερα με παραδοσιακό φιλμ απορρίπτοντας σχεδόν όλες τις μοντέρνες τεχνολογίες καθώς είναι ασπρόμαυρο και βουβό. Με τον τρόπο αυτό επιστρέφει σε ένα κινηματογράφο στη βασική μορφή του, αρχετυπικό. Η Χιονάτη κατορθώνει να υπενθυμίσει ότι ο κινηματογράφος είναι μια τέχνη που κυρίως στηρίζεται στην εικόνα. Διαθέτει εικόνες με υπέροχα κάδρα, στρατηγικά τοποθετημένες σκιές και απίστευτο φως. Είναι τόσο όμορφη να τη βλέπει κανείς που παρασύρεται και ξεχνάει ότι παρακολουθεί ένα έργο σιωπηλό και μια ιστορία απλοϊκή. Σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζω ότι ο κινηματογράφος οφείλει να επιστρέψει στη βουβή εποχή του εγκαταλείποντας όλες τις νέες τεχνολογίες, τα ψηφιακά μέσα, το χρώμα και τον ήχο. Από την άλλη όλα αυτά τα επιτεύγματα δεν θα έπρεπε να είναι δεσμευτικά για τον σκηνοθέτη. Ο Pablo Berger, λοιπόν, (όπως και ο Michel Hazanavicius στο The Artist-2011) αποδεικνύει ότι ένα έργο μπορεί να είναι σαγηνευτικό ακόμα και χωρίς έξτρα στολίδια και επιδεικνύει μια μαεστρία που είναι σεβαστή. Από: http://www.rednotebook.gr/details.php?id=9063.
Σάββατο 20 Απριλίου 2013
Σύνδεσμος Φιλολόγων Καστοριάς: 1ος διαγωνισμός ορθογραφίας για μαθητές γ΄ γυμνασίου
Συγχαρητήρια στους μαθητές της γ΄ τάξης των γυμνασίων του νομού Καστοριάς για τη συμμετοχή τους στον 1ο διαγωνισμό ορθογραφίας. Διπλά συγχαρητήρια σε όσους μαθητές του γυμνασίου Μανιάκων πήραν μέρος στη διαδικασία, παραμονές της τριήμερης εκδρομής στην Αθήνα. Στους δέκα πρώτους μαθήτρια του σχολείου μας. Διαβάστε αναλυτικότερα εδώ: http://synfika.blogspot.gr/
Παρασκευή 19 Απριλίου 2013
Προτεινόμενη ταινία: H εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων...
Μεταφερόμαστε στη Χίο του 1960, όπου μετά τον ξαφνικό θάνατο του αγροφύλακα του Θολοποταμίου κανένας αντικαταστάτης δεν μπορεί να στεριώσει στην κοινότητα. Οι κάτοικοι του χωριού έχουν τη φήμη πονηρών ανθρώπων και οι αγροφύλακες φοβούνται ότι ο αδικοχαμένος συνάδελφός τους έχει στοιχειώσει την περιοχή. Οι αντικαταστάτες εκτός από την φύλαξη της περιοχής, θέτουν ως στόχο μια νεαρή κι ατίθαση κοπέλα, την Ελισσώ. Η ταινία διαπραγματεύεται το θέμα της διαδοχής των εποχών παρουσιάζοντας ταυτόχρονα το χώρο, μέσα στον οποίο αυτή καταγράφεται, καθώς σύμφωνα με τον σκηνοθέτη το πιο σημαντικό υλικό της τέχνης είναι αυτό της μνήμης και του βιωμένου χρόνου. Βασικό κίνητρο για τη δημιουργία της ήταν η επιθυμία να αποδοθούν οι χρωματικές, ηχητικές και αισθητικές εναλλαγές του χρόνου, ενώ οι Τέσσερις Εποχές του Βιβάλντι (που πλαισιώνουν μουσικά την ταινία) περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο τη μετάλλαξη του χρόνου σε εποχές, μέσα από τη συνεχή εναλλαγή του έρωτα και του θανάτου.
Δ/νση Φωτογραφίας: Σωτήρης Περρέας (Άνοιξη), Οδυσσέας Παυλόπουλος (Καλοκαίρι), Αλέκος Γιάνναρος (Φθινόπωρο), Λίνος Μεϊτάνης (Χειμώνας)
Μοντάζ: Κώστας Ιορδανίδης
Παραγωγή: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ, ΔΗΜΟΣ ΑΒΔΕΛΙΩΔΗΣ, ΕΤ1
Διάρκεια: 180΄
Πέμπτη 18 Απριλίου 2013
Η νιφάδα... Του Νίκου Κυπουργού
Η νιφάδα
Στην καρδιά του Βόρειου Πόλου
του κόσμου όλου
μια νιφάδα θα σε πάει
που σε αγαπάει
ναι, που σε αγαπάει
Στο ταξίδι σου έχε πίστη
έχε ελπίδα
και θα φτάσεις όπου θες
ως εκεί που θες
μα μόνο αν το θες.
Πέμπτη 11 Απριλίου 2013
Νίκος Καββαδίας: ο ποιητής των θαλασσών
Σύντομο βιογραφικό
Ὁ Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε τὸ 1910 σὲ μία μικρὴ πόλη τῆς Μαντζουρίας κοντὰ στὸ Χαρμπίν, ἀπὸ γονεῖς Κεφαλλονίτες. Πολὺ μικρὸς πρωτοταξίδεψε, ὅταν οἱ γονεῖς τοῦ ἀποφάσισαν νὰ ἐπιστρέψουν στὸ νησί τους, ἂν καὶ ἡ οἰκογένεια Καββαδία θὰ ζήσει ἐλάχιστα ἐκεῖ καὶ τελικό της λιμάνι θὰ εἶναι ὁ Πειραιᾶς, στὸν ὁποῖο μετοικεῖ τὸ 1921, ὅταν ὁ Νίκος εἶναι μόλις 11 ἐτῶν. Στὸν Πειραιᾶ ὁ ποιητὴς τελειώνει Δημοτικὸ καὶ Γυμνάσιο. Μαθητὴς ἀκόμη τοῦ δημοτικοῦ, γράφει τὰ πρῶτα του ποιήματα. Τὸ 1928 ἔδωσε ἐξετάσεις στὴν Ἰατρικὴ Σχολὴ ἀλλὰ τὴν ἴδια χρονιὰ ἀρρώστησε βαριὰ ὁ πατέρας του καὶ ἀναγκάστηκε νὰ δουλέψει. Τὸ 1929 μπαίνει ὑπάλληλος σὲ ἕνα ναυτικὸ γραφεῖο. Ἀντέχει μόνο λίγους μῆνες νὰ βλέπει τοὺς ἄλλους νὰ ταξιδεύουν. Τὰ καράβια κι ἡ θάλασσα εἶναι τὸ ὄνειρό του. Τὸν ἑπόμενο χρόνο, ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατο τοῦ πατέρα του, μπαρκάρισε ναύτης στὸ φορτηγὸ Ἅγιος Νικόλαος καὶ γιὰ μερικὰ χρόνια συνεχίζει νὰ φεύγει μὲ τὰ φορτηγά, γυρίζοντας πίσω μονίμως ταλαιπωρημένος καὶ ἀδέκαρος... Ἡ ἀνέχεια τὸν κάνει ν᾿ ἀποφασίσει νὰ πάρει τὸ δίπλωμα τοῦ ἀσυρματιστῆ. Στὴν ἀρχὴ σκεφτότανε νὰ γίνει καπετάνιος, μὰ τὰ χρόνια εἶχαν περάσει, τὰ εἶχε φάει ἡ λαμαρίνα, καὶ τὸ δίπλωμα τοῦ ἀσυρματιστῆ ἦταν ὁ μόνος σύντομος καὶ ἀξιοπρεπὴς δρόμος γιὰ τὰ καράβια. Παίρνει τὸ δίπλωμά του τὸ 1939, ἀλλὰ ἀντὶ νὰ μπαρκάρει βρίσκεται στρατιώτης στὴν Ἀλβανία καὶ κατόπιν ξέμπαρκος στὴν Ἀθήνα μὲ τὴν γερμανικὴ Κατοχή. Μόλις τελείωσε ὁ πόλεμος, τὸ 1944, ξαναμπαρκάρει, ἀδιάκοπα πιά,ὡς ἀσυρματιστής, γυρίζοντας ὅλο τὸν κόσμο, ὡς τὸ Νοέμβριο τοῦ 1974. Ἔτσι εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ γυρίσει ὅλο τὸν κόσμο καὶ νὰ γνωρίσει τὶς ἀνοιχτὲς θάλασσες, τὰ ἐξωτικὰ λιμάνια καὶ νὰ ἀντλήσει ἀπὸ τὶς ἄμεσες ἐμπειρίες τοῦ τὸ ὑλικὸ γιὰ τὴν ποίησή του. Ἐπιστρέφοντας ἀπ᾿ τὸ τελευταῖο του ταξίδι κι ἐνῶ ἑτοίμαζε τὴν ἔκδοση τῆς τρίτης συλλογῆς τοῦ πέθανε ξαφνικὰ ἀπὸ ἐγκεφαλικὸ ἐπεισόδιο στὶς 10 Φεβρουαρίου τοῦ 1975. Τρεῖς μῆνες ἄντεξε μακριὰ ἀπὸ τὴ θάλασσα.
Ὁ Νίκος Καββαδίας εἶναι ἴσως ὁ μόνος ποὺ ἀξίζει τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ ἀπόλυτα βιωματικοῦ στὴν ποίησή του. Μιλάει πάντα γιὰ τὰ καράβια ποὺ ἔζησε, τοὺς ναυτικοὺς ποὺ γνώρισε, τοὺς ἔρωτες, τοὺς καυγάδες καὶ τοὺς θανάτους στὰ λιμάνια, μὲ τὴν γλώσσα τῶν καραβιῶν, ἀλλὰ καὶ κάποιους ἰδιωματισμοὺς τῆς Κεφαλλονιᾶς, νὰ μπλέκονται στὰ γνήσια λαϊκὰ ἑλληνικά του. Ὁ ἔρωτάς του γιὰ τὰ ταξίδια καὶ τὴ θάλασσα, πάθος τρομερό, σχέση ἀγάπης καὶ μίσους, ὁ ἴδιος ἔρωτας ποὺ τὸν ὁδήγησε νὰ μπαρκάρει μικρός, μόλις 19 ἐτῶν, ἀφήνοντας τὴν σίγουρη δουλειὰ τοῦ ναυτικοῦ γραφείου, εἶναι ὁρατὸς σὲ κάθε στίχο του, καὶ τόσο δυνατὸς ποὺ διαπερνᾶ τὸν ἀναγνώστη, τὸν κάνει νὰ ξεχάσει τὶς ἄγνωστες λέξεις καὶ τοὺς ναυτικοὺς ὅρους, καὶ νὰ συνεπαρθεῖ ἀπόλυτα ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ λόγου τοῦ ποιητῆ. Ἀπὸ παιδὶ ἔνιωσε ἀκατανίκητη ἕλξη γιὰ τὴ θάλασσα γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔγινε ναυτικός. Τὰ ποιήματά του ἔχουν ἔχουν πλαίσιο τὴ θάλασσα καὶ θέμα τὴ σκληρὴ ζωὴ τῶν ναυτικῶν. Ὡστόσο γιὰ τὸν Καββαδία, ποὺ εἶναι ἰδανικὸς ἐραστὴς «τῶν μακρυσμένων θαλασσῶν καὶ τῶν γαλάζιων πόντων», ἡ θάλασσα εἶναι ἕνας μαγικὸς κόσμος. Ἀπὸ αὐτὴ ἀντλεῖ δύναμη καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
Ὁ Νίκος Καββαδίας ἄφησε πολὺ λίγα πίσω του, μόλις τρεῖς ποιητικὲς συλλογές, ἕνα μυθιστόρημα καὶ τρία μικρὰ πεζά. Ταπεινὰ παρουσιάστηκε στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, κι ἡ ταπεινότητά του αὐτή, μαζὶ μὲ τὴν μελοποίηση πολλῶν ποιημάτων του, τὸν ἔφερε κοντὰ στὴ μεγάλη πλειοψηφία τῶν Ἑλλήνων, κάνοντάς τον ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ δημοφιλεῖς μας ποιητές, δυστυχῶς μετὰ τὸν θάνατό του. Τὴν ποιητική του ἐμφάνιση πραγματοποιεῖ τὸ 1933 μὲ τὴ συλλογὴ «Μαραμπού». Τὸ 1947 κυκλοφορεῖ τὸ δεύτερο ποιητικό του ἔργο «Πούσι». Τὸ 1975, λίγο μετὰ τὸ θάνατό του κυκλοφόρησε ἡ τρίτη καὶ τελευταία ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ «Τραβέρσο». Ἔγραψε κι ἕνα σύντομο μυθιστόρημα ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ταξιδεμένων Ἑλλήνων, τὴ «Βάρδια» (1954). Τὰ μικρὰ πεζὰ «Λί», «Τοῦ πολέμου» καὶ «Στὸ ἄλογό μου» κυκλοφόρησαν τὸ 1987. Τὸ «Λὶ» γυρίστηκε σὲ κινηματογραφικὴ ταινία τὸ 1995 μὲ τίτλο «Between the Devil and the Deep Blue Sea». Τὸ σύνολο τοῦ ἔργου τοῦ Νίκου Καββαδία κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις «Ἄγρα».
ΦΑΤΑ ΜΟΡΓΚΑΝΑ
Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό
στάλα τη στάλα συναγμένο απ’ το κορμί σου
σε τάσι αρχαίο, μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν.
Πανί δερμάτινο, αλειμμένο με κερί,
οσμή από κέδρο, από λιβάνι, από βερνίκι,
όπως μυρίζει αμπάρι σε παλιό σκαρί
χτισμένο τότε στον Ευφράτη στη Φοινίκη.
Σκουριά πυρόχρωμη στις μίνες του Σινά.
Οι κάβες της Γερακινής και το Στρατόνι.
Το επίχρισμα. Η άγια σκουριά που μας γεννά,
Μας τρέφει, τρέφεται από μας, και μας σκοτώνει.
Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα.
Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρια
και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.
Πέρ’ απ’ τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου `πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα
Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ’ ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες’ το μυαλό σου να σφυρίζει,
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "
Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κι έχει χαλάσει.
Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που `χα με κούραση γυμνάσει.
Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κι συ κοιτάς ακόμη πάνω απ’το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.
Τετάρτη 10 Απριλίου 2013
Κυριακή 7 Απριλίου 2013
Πέμπτη 4 Απριλίου 2013
Τετάρτη 3 Απριλίου 2013
Τι δεν θα βρεις σε ένα μουσείο... Πέντε παιδιά που πάσχουν από αυτισμό ζωγραφίζουν αυτό που αισθάνονται, αυτό που σκέφτονται, αυτό που τους συμβαίνει.
►Πέντε παιδιά που πάσχουν από αυτισμό ζωγραφίζουν αυτό που αισθάνονται, αυτό που σκέφτονται, αυτό που τους συμβαίνει. Ένας λύκος που ουρλιάζει, ένας φανταστικός χάρτης πόλης και κάτι που θυμίζει κυβισμό από παιδιά 10 έως 14 χρονών.
◄Wout Devolder, ηλικία 14 χρονών, "ο λύκος"
"Στις 8 Μαΐου 2008, ο ανιψιός μου Μπεν και η ανιψιά μου Σαν πέθαναν σε μια πυρκαγιά. Ημουν πολυ στεναχωρημένος και δεν είχα λόγια να εκφρασω την απογνωσή μου. Έτσι ζωγράφισα αυτόν τον λύκο".
►του Josh Peddle, ηλικία 12 χρονών "Αλλαγή εποχών"
◄του Wil C. Kerner, ηλικία 12 χρονών, "Pals"
Aπο τη γιαγιά του: "Για να μπορέσει να καταλάβει κάποιος το έργο αυτό πρέπει να εστιάσει στο αυτι του γαιδάρου. Τέσσερις εκφρασεις προσώπου μας δείχνουν τα κακά παιδιά που μεταμορφωνονται σε γαϊδούρια στην ταινία "πινόκιο", και ο μωβ πινόκιο αναρωτιέται τι να κάνει. Είναι πολύ αργά για το τρομοκρατημένο κίτρινο προσωπο. Το πράσινο τραπέζιο αγνοεί την μοίρα του και και μπλε πρόσωπο κοιτάει μακριά, ελπίζοντας να μην το εχουν συμπεριλάβει πουθενά".
►του Felix, 11 χρονών, "φανταστικος χάρτης πόλης"
"Συνήθως ξεκινάω σχεδιάζοντας έναν δρόμο σε διαφορετικά σημεία του χαρτιού μου. Καθε δρόμο τον κάνω να μεγαλώνει μέσα απο τον άλλον. Μελετάω χάρτες δρόμων και άτλαντες με μεγάλη λεπτομέρεια και παρατηρώ τα ταξίδια που κάνουμε στο Google Earth"..jpg)
◄Wout Devolder, ηλικία 14 χρονών, "ο λύκος"
"Στις 8 Μαΐου 2008, ο ανιψιός μου Μπεν και η ανιψιά μου Σαν πέθαναν σε μια πυρκαγιά. Ημουν πολυ στεναχωρημένος και δεν είχα λόγια να εκφρασω την απογνωσή μου. Έτσι ζωγράφισα αυτόν τον λύκο".
►του Josh Peddle, ηλικία 12 χρονών "Αλλαγή εποχών"
◄του Wil C. Kerner, ηλικία 12 χρονών, "Pals"
Aπο τη γιαγιά του: "Για να μπορέσει να καταλάβει κάποιος το έργο αυτό πρέπει να εστιάσει στο αυτι του γαιδάρου. Τέσσερις εκφρασεις προσώπου μας δείχνουν τα κακά παιδιά που μεταμορφωνονται σε γαϊδούρια στην ταινία "πινόκιο", και ο μωβ πινόκιο αναρωτιέται τι να κάνει. Είναι πολύ αργά για το τρομοκρατημένο κίτρινο προσωπο. Το πράσινο τραπέζιο αγνοεί την μοίρα του και και μπλε πρόσωπο κοιτάει μακριά, ελπίζοντας να μην το εχουν συμπεριλάβει πουθενά".
►του Felix, 11 χρονών, "φανταστικος χάρτης πόλης"
"Συνήθως ξεκινάω σχεδιάζοντας έναν δρόμο σε διαφορετικά σημεία του χαρτιού μου. Καθε δρόμο τον κάνω να μεγαλώνει μέσα απο τον άλλον. Μελετάω χάρτες δρόμων και άτλαντες με μεγάλη λεπτομέρεια και παρατηρώ τα ταξίδια που κάνουμε στο Google Earth".
.jpg)
▲του David Barth, ηλικία 10 χρονών
Απο τη μητέρα του: "Οι ζωγραφιές του πολύ συχνά δείχνουν την κάθε του έμμονη ιδέα. Δεν είνα δύσκολο να καταλάβει κανείς αυτον τον καιρό τι τον κρατάει απασχολημένο. Η ζωγραφιά αυτή έχει πάνω απο 400 πουλιά πάνω της, γνωρίζοντας το ονόματα και τα είδη τους ακόμα και στα λατινικά!"
ΠΗΓΉ: http://enfo.gr/ar1653Απο τη μητέρα του: "Οι ζωγραφιές του πολύ συχνά δείχνουν την κάθε του έμμονη ιδέα. Δεν είνα δύσκολο να καταλάβει κανείς αυτον τον καιρό τι τον κρατάει απασχολημένο. Η ζωγραφιά αυτή έχει πάνω απο 400 πουλιά πάνω της, γνωρίζοντας το ονόματα και τα είδη τους ακόμα και στα λατινικά!"
Δευτέρα 1 Απριλίου 2013
Μνησικακία και ενδόρρηξη Του Νίκου Ξυδάκη
Πηγή: http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_31/03/2013_491005
Η πτώχευση που βιώνουμε αναδεικνύει συμπεριφορές και χαρακτήρες που σε προηγούμενο χρόνο ελάνθαναν ή καλύπτονταν. Στην επικράτεια της σπάνεως και της γυμνής ύπαρξης, του φόβου και της απελπισίας, οι άνθρωποι εκδιπλώνονται αλλιώς, ατομικά και συλλογικά. Το ζούμε καθημερινά: παλιές παρέες σπάνε, φιλίες δοκιμάζονται, ειρηνικές συμβιώσεις ραγίζουν. Οι συμβάσεις και οι αμοιβαίες παραδοχές απαιτούν κόπο, τον οποίο ελάχιστοι πια είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν. Οι δρόμοι χωρίζουν. Ο καθείς υποφέρει τον πόνο μόνος του, με τον δικό του τρόπο.
Φωτογραφία από: http://www.dpgr.gr/index.php?page=photos_show_photo&pid=20815
Ένας τρόπος είναι ο σκεδασμός του πόνου: σαν κακία προς τον άλλο, τον κάθε άλλον. Το νιώσαμε αυτό διάχυτο τις τελευταίες μέρες με την τραγωδία που ζει ο κυπριακός λαός, μια καταστροφή παρόμοια με την ελληνική, μάλλον και μεγαλύτερη, δεδομένων της χρονικής πύκνωσης, του αιφνιδιασμού και του περιβάλλοντος κατατρομοκράτησης που ζουν ακόμη οι Ελληνες της νήσου, με τον περιορισμό κυκλοφορίας χρήματος και την απειλούμενη στενότητα αγαθών. Πολλοί Ελληνες ένιωσαν συμπόνια, γιατί ήδη γνωρίζουν τι σημαίνει η πτώχευση, η ανεργία, ο αναγκεμός. Ολοι σχεδόν ένιωσαν φόβο, γιατί το «ατύχημα» που όλοι φοβόμασταν είναι ίσως αυτό ακριβώς, η πτώση της Κύπρου· και γιατί υποδορίως συνδέουμε τα παθήματα της Κύπρου με ευρύτερη εθνική καταστροφή. Κάποιοι Ελληνες όμως δεν μπόρεσαν να κρύψουν τη χαιρεκακία τους για τα παθήματα των αδελφών τους. Είναι σοκαριστικό, αλλά συμβαίνει.
Ένας τρόπος είναι ο σκεδασμός του πόνου: σαν κακία προς τον άλλο, τον κάθε άλλον. Το νιώσαμε αυτό διάχυτο τις τελευταίες μέρες με την τραγωδία που ζει ο κυπριακός λαός, μια καταστροφή παρόμοια με την ελληνική, μάλλον και μεγαλύτερη, δεδομένων της χρονικής πύκνωσης, του αιφνιδιασμού και του περιβάλλοντος κατατρομοκράτησης που ζουν ακόμη οι Ελληνες της νήσου, με τον περιορισμό κυκλοφορίας χρήματος και την απειλούμενη στενότητα αγαθών. Πολλοί Ελληνες ένιωσαν συμπόνια, γιατί ήδη γνωρίζουν τι σημαίνει η πτώχευση, η ανεργία, ο αναγκεμός. Ολοι σχεδόν ένιωσαν φόβο, γιατί το «ατύχημα» που όλοι φοβόμασταν είναι ίσως αυτό ακριβώς, η πτώση της Κύπρου· και γιατί υποδορίως συνδέουμε τα παθήματα της Κύπρου με ευρύτερη εθνική καταστροφή. Κάποιοι Ελληνες όμως δεν μπόρεσαν να κρύψουν τη χαιρεκακία τους για τα παθήματα των αδελφών τους. Είναι σοκαριστικό, αλλά συμβαίνει.
Σάββατο 30 Μαρτίου 2013
Αν ο κόσμος ήταν 100 άνθρωποι
Η αμερικανική ιστοσελίδα 100people.org προσπαθεί να αποτυπώσει ένα παγκόσμιο πορτραίτο ανθρώπων. Βάσει στατιτικών δεδομένων, αποδίδει τον ανθρώπινο πληθυσμό σε κλίμακα εκατό ανθρώπων. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους;
Ο πληθυσμός της γης έχει φτάσει σήμερα στα 7 δισεκατομμύρια άνθρώπους. Το 2006 μόνον ένας στους 100 είχε λάβει πανεπιστημιακή ή ανώτερη εκπαίδευση, ενώ το 2013 ο αριθμός αυτός εκτοξεύθηκε στους 7/100, κυρίως λόγω της τεχνολογικής προόδου στην Ασία.

Αν ο κόσμος ήταν 100 άνθρωποι:
- Φύλο
50 θα ήταν γυναίκες.
50 θα ήταν άνδρες.
50 θα ήταν άνδρες.
- Ηλικία
26 θα ήταν παιδιά.
74 θα ήταν ενήλικοι, εκ των οποίων οι 8 άνω των 65 ετών.
74 θα ήταν ενήλικοι, εκ των οποίων οι 8 άνω των 65 ετών.
- Γεωγραφία
60 θα ήταν από την Ασία.
15 από την Αφρική.
14 από την Αμερική.
11 από την Ευρώπη.
15 από την Αφρική.
14 από την Αμερική.
11 από την Ευρώπη.
- Θρησκεία
33 θα ήταν Χριστιανοί.
22 Μουσουλμάνοι.
14 Ινδουιστές.
7 Βουδιστές.
12 σε άλλες θρησκείες.
12 θα ήταν άθρησκοι.
22 Μουσουλμάνοι.
14 Ινδουιστές.
7 Βουδιστές.
12 σε άλλες θρησκείες.
12 θα ήταν άθρησκοι.
- Γλώσσα
12 θα μιλούσαν κινέζικα.
5 ισπανικά.
5 αγγλικά.
3 αραβικά.
3 ινδικά.
3 μπενγκάλι.
3 πορτογαλικά.
2 ρωσικά.
2 ιαπωνικά.
62 άλλες γλώσσες.
5 ισπανικά.
5 αγγλικά.
3 αραβικά.
3 ινδικά.
3 μπενγκάλι.
3 πορτογαλικά.
2 ρωσικά.
2 ιαπωνικά.
62 άλλες γλώσσες.
- Εκπαίδευση-μόρφωση
83 θα μπορούσαν να γράφουν και να διαβάζουν, οι υπόλοιποι 17 όχι.
7 θα είχαν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
22 θα είχαν ηλεκτρονικό υπολογιστή.
7 θα είχαν πτυχίο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
22 θα είχαν ηλεκτρονικό υπολογιστή.
- Στέγη
77 θα είχαν μια σκεπή πάνω από το κεφάλι τους, 23 όχι.
- Διατροφή
1 θα πέθαινε από την πείνα.
15 θα υπέφεραν από ασιτία.
21 θα ήταν υπέρβαροι.
15 θα υπέφεραν από ασιτία.
21 θα ήταν υπέρβαροι.
- Νερό
87 θα είχαν πρόσβαση σε ασφαλές πόσιμο νερό.
Πηγή: http://tvxs.gr
Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013
Ελεύθεροι Κατακτημένοι... Του Αλκίνοου Ιωαννίδη
Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:
Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.
Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων.
Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.
Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας
Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.
Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια.
Πέμπτη 28 Μαρτίου 2013
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ : Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ
► Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου:
Κινηματογραφική ταινία που σκηνοθέτησε η Μέμη Σπυράτου, η οποία βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα του Χατζή.
http://vimeo.com/32159641
Δικτυογραφία - Αρχείο ΕΡΤ
http://www.potheg.gr/WriterDetails.aspx?lan=1&id=7711129
ΕΡΤ: ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ]
http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=8607&autostart=0
ΕΚΠΟΜΠΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ
http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=0000073973&tsz=0&autostart=0 ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, ΠΑΜΒΩΤIΣ-Δ.ΧΑΤΖΗΣ http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=0000007339&tsz=0&autostart=0
http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=127187
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου
–Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
χρονιά ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.
–Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μου έρχουνται ως τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
–Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα ’ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
–Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπω σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ως τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
–Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
–Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τι μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
–Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.
–Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.
Αθήνα, άνοιξη ’38
ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ
Νύφες
Το παρακάτω κείμενο είναι η αρχή του σεναρίου που έγραψε η γνωστή συγγραφέας για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Νύφες. Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα στη Σαμοθράκη. Η ηρωίδα, η Νίκη υποδέχεται την αδελφή της Ελένη που γυρίζει από την Αμερική όπου πήγε να παντρευτεί έναν έλληνα μετανάστη αλλά δεν άντεξε και επέστρεψε άπρακτη.
1. Σαμοθράκη, λόφος με θέα στο λιμάνι-απόγευμα
Μια νέα γυναίκα στα μαύρα, λεπτή 25χρονη με αυστηρή ομορφιά, η Νίκη, τρέχει σαν γοργόφτερο πουλί στην κατηφόρα του λόφου και ο αέρας τής σηκώνει το φουστάνι.
Το ποστάλι «Παναγίτσα» πλησιάζει στο λιμάνι.
2. Λιμάνι, Σαμοθράκη-απόγευμα
Η Νίκη κατηφορίζει στην προκυμαία προς το ποστάλι. Αποφεύγει τα βλέμματα των άλλων.
Η «Παναγίτσα» αγκυροβολεί και δένει. Όλες οι διαδικασίες γίνονται μάνι-μάνι. Η συνηθισμένη κίνηση: δυο κάρα, νησιώτες, επιβάτες, ναυτικοί. Η Νίκη κοιτάζει ανυπόμονα προς το καΐκι και αναμένοντας παίζει με το βαφτιστικό ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΑΚΙ της. Έχουν κατέβει όλοι οι επιβάτες, εκτός
από την Ελένη, 28 χρόνων, κι εκείνη στα μαύρα.
ΝΙΚΗ
(φωνάζει)
Άντε, Ελένη. Κατέβα.
Η Ελένη παίρνει ένα μπαουλάκι και επιτέλους κατεβαίνει. Η Νίκη κοιτάζει την Ελένη ερωτηματικά από την κορφή ως τα νύχια. Είναι χλωμή κι αδύνατη.
ΝΙΚΗ
Θεέ μου… Τι συνέβη αδελφούλα μου;
Μα τι σου έκανε αυτός ο άνθρωπος;
Αγκαλιάζονται. Η Ελένη κλαίει με πνιχτά αναφιλητά.
3. Αυλή σπιτιού Νίκης, Σαμοθράκη-απόγευμα
Μικρό φτωχικό σπίτι σε ύψωμα. Στη χωμάτινη αυλή κάπου είκοσι ασπρισμένοι ντενεκέδες με γαριφαλιές. Καθισμένοι στο χαμηλό πεζουλάκι δεκαπέντε συγγε νείς.
Η Νίκη τους κερνάει καφέ και νερό και μετά πάει και κάθεται κοντά στις τρεις αδελφές της, την Ελένη και τις δύο μικρότερες, κάτω από τα 20, όλες μαυροφορεμένες. Το πρόσωπο της Ελένης στραμμένο αλλού. Ένας πενηντάρης θείος με σκασμένο δέρμα βγάζει από την τσέπη του
το μαντίλι του. Το σιδερώνει με τα χέρια πάνω στο γόνατό του.
ΘΕΙΟΣ
Μα να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια μας; Να πάει χαμένος κοτζάμ ράφτης; Κοτζάμ Σικάγο;
ΝΟΝΑ ΝΙΚΗΣ
Κοτζάμ Αμερική;
ΘΕΙΟΣ Κορόιδο.
ΕΛΕΝΗ
Δεν άντεξα θείε…
ΝΟΝΑ ΝΙΚΗΣ
Ο Θεός γέμισε το σόι μας κόρες. Σαν ακρίδες. Κι ούτε προίκες, ούτε γαμπροί. Ας όψεται ο πόλεμος. Στο ράφι θα ξεμείνουνε τα πουλάκια μας.
ΘΕΙΟΣ
Οχτώ ξαδέρφες τις παντρειάς. Να του στείλουμε λοιπόν μιαν άλλη αυτουνού του Πρόδρομου.
Σωπαίνει για λίγο
ΘΕΙΟΣ
(αποφασιστικά)
Αυτή τη φορά απ’ τη δικιά μου οικογένεια. Η Αλεξάνδρα μου είναι έτοιμη να πάει και στην άκρη του κόσμου.
(στην κόρη του)
Αλεξάνδρα… Πες το και μόνη σου.
Η Αλεξάνδρα, καθισμένη ανάμεσα στις ξαδέρφες της, σκύβει το κεφάλι.
ΘΕΙΟΣ
Πάτησε και τα 27.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ (ντροπαλή)
Τα 29.
ΘΕΙΟΣ Σιωπή. Τα 27 θα λέμε.
ΜΑΝΑ ΝΙΚΗΣ
Εγώ αδερφέ, έχω τέσσερις ανύπαντρες και είμαι χήρα. Θέλω άλλη μια ευκαιρία. Η νονά της Νίκης ξέρει ότι χρειάζομαι περισσότερη βοήθεια.
ΝΟΝΑ ΝΙΚΗΣ
(απαλά)
Η σειρά σου Νίκη. Ο Πρόδρομος είναι τίμιος άνθρωπος. Και τώρα ξέρεις πιο πολλά αγγλικά. Θα σου μάθω κι άλλα.
ΘΕΙΟΣ
(απογοητευμένος)
Εμάς τι μας φωνάξατε τότε, αν το ’χετε κιόλας αποφασίσει;
Κάνει νόημα στις κόρες του να σηκωθούν.
ΘΕΙΟΣ
Είναι αδικία. Και ο Θεός αυτά τα βλέπει.
Η Νίκη και η Αλεξάνδρα ανταλλάσσουν ματιές. Ο θείος και οι δύο κοπέλες φεύγουν. Βαριά ατμόσφαιρα.
Η μάνα της Νίκης κοιτάζει την κόρη της με ντροπή.
ΝΟΝΑ ΝΙΚΗΣ
(στη Νίκη)
Αυτή τη φορά δε θα γίνουν λάθη
Η Νίκη μένει αμίλητη μα τα μάτια της λένε πολλά.
Αναπαράσταση: Του Θόδωρου Αγγελόπουλου
Και μια και μιλάμε για Πίνδο και αρκούδες δείτε σχετικά:
http://polythea-aspropotamoy.blogspot.gr/2011/09/blog-post.html
► Η τελευταία αρκούδα του Πίνδου:
Κινηματογραφική ταινία που σκηνοθέτησε η Μέμη Σπυράτου, η οποία βασίζεται στο ομώνυμο διήγημα του Χατζή.
http://vimeo.com/32159641
Δικτυογραφία - Αρχείο ΕΡΤ
http://www.potheg.gr/WriterDetails.aspx?lan=1&id=7711129
ΕΡΤ: ΕΠΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ - ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ]
http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=8607&autostart=0
http://www.ert-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=0000073973&tsz=0&autostart=0
http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=127187
ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ:
Ο γυρισμός του ξενιτεμένου
–Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
χρονιά ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.
–Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μου έρχουνται ως τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.
–Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα ’ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.
–Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπω σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ως τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.
–Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.
–Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τι μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.
–Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.
–Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.
Αθήνα, άνοιξη ’38
ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ
Νύφες
Το παρακάτω κείμενο είναι η αρχή του σεναρίου που έγραψε η γνωστή συγγραφέας για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Νύφες. Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα στη Σαμοθράκη. Η ηρωίδα, η Νίκη υποδέχεται την αδελφή της Ελένη που γυρίζει από την Αμερική όπου πήγε να παντρευτεί έναν έλληνα μετανάστη αλλά δεν άντεξε και επέστρεψε άπρακτη.
1. Σαμοθράκη, λόφος με θέα στο λιμάνι-απόγευμα
Μια νέα γυναίκα στα μαύρα, λεπτή 25χρονη με αυστηρή ομορφιά, η Νίκη, τρέχει σαν γοργόφτερο πουλί στην κατηφόρα του λόφου και ο αέρας τής σηκώνει το φουστάνι.
Το ποστάλι «Παναγίτσα» πλησιάζει στο λιμάνι.
2. Λιμάνι, Σαμοθράκη-απόγευμα
Η Νίκη κατηφορίζει στην προκυμαία προς το ποστάλι. Αποφεύγει τα βλέμματα των άλλων.
Η «Παναγίτσα» αγκυροβολεί και δένει. Όλες οι διαδικασίες γίνονται μάνι-μάνι. Η συνηθισμένη κίνηση: δυο κάρα, νησιώτες, επιβάτες, ναυτικοί. Η Νίκη κοιτάζει ανυπόμονα προς το καΐκι και αναμένοντας παίζει με το βαφτιστικό ΣΚΟΥΛΑΡΙΚΑΚΙ της. Έχουν κατέβει όλοι οι επιβάτες, εκτός
από την Ελένη, 28 χρόνων, κι εκείνη στα μαύρα.
ΝΙΚΗ
(φωνάζει)
Άντε, Ελένη. Κατέβα.
Η Ελένη παίρνει ένα μπαουλάκι και επιτέλους κατεβαίνει. Η Νίκη κοιτάζει την Ελένη ερωτηματικά από την κορφή ως τα νύχια. Είναι χλωμή κι αδύνατη.
ΝΙΚΗ
Θεέ μου… Τι συνέβη αδελφούλα μου;
Μα τι σου έκανε αυτός ο άνθρωπος;
Αγκαλιάζονται. Η Ελένη κλαίει με πνιχτά αναφιλητά.
3. Αυλή σπιτιού Νίκης, Σαμοθράκη-απόγευμα
Μικρό φτωχικό σπίτι σε ύψωμα. Στη χωμάτινη αυλή κάπου είκοσι ασπρισμένοι ντενεκέδες με γαριφαλιές. Καθισμένοι στο χαμηλό πεζουλάκι δεκαπέντε συγγε νείς.
Η Νίκη τους κερνάει καφέ και νερό και μετά πάει και κάθεται κοντά στις τρεις αδελφές της, την Ελένη και τις δύο μικρότερες, κάτω από τα 20, όλες μαυροφορεμένες. Το πρόσωπο της Ελένης στραμμένο αλλού. Ένας πενηντάρης θείος με σκασμένο δέρμα βγάζει από την τσέπη του
το μαντίλι του. Το σιδερώνει με τα χέρια πάνω στο γόνατό του.
ΘΕΙΟΣ
Μα να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια μας; Να πάει χαμένος κοτζάμ ράφτης; Κοτζάμ Σικάγο;
ΝΟΝΑ ΝΙΚΗΣ
Κοτζάμ Αμερική;
ΘΕΙΟΣ Κορόιδο.
ΕΛΕΝΗ
Δεν άντεξα θείε…
ΝΟΝΑ ΝΙΚΗΣ
Ο Θεός γέμισε το σόι μας κόρες. Σαν ακρίδες. Κι ούτε προίκες, ούτε γαμπροί. Ας όψεται ο πόλεμος. Στο ράφι θα ξεμείνουνε τα πουλάκια μας.
ΘΕΙΟΣ
Οχτώ ξαδέρφες τις παντρειάς. Να του στείλουμε λοιπόν μιαν άλλη αυτουνού του Πρόδρομου.
Σωπαίνει για λίγο
ΘΕΙΟΣ
(αποφασιστικά)
Αυτή τη φορά απ’ τη δικιά μου οικογένεια. Η Αλεξάνδρα μου είναι έτοιμη να πάει και στην άκρη του κόσμου.
(στην κόρη του)
Αλεξάνδρα… Πες το και μόνη σου.
Η Αλεξάνδρα, καθισμένη ανάμεσα στις ξαδέρφες της, σκύβει το κεφάλι.
ΘΕΙΟΣ
Πάτησε και τα 27.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ (ντροπαλή)
Τα 29.
ΘΕΙΟΣ Σιωπή. Τα 27 θα λέμε.
ΜΑΝΑ ΝΙΚΗΣ
Εγώ αδερφέ, έχω τέσσερις ανύπαντρες και είμαι χήρα. Θέλω άλλη μια ευκαιρία. Η νονά της Νίκης ξέρει ότι χρειάζομαι περισσότερη βοήθεια.
ΝΟΝΑ ΝΙΚΗΣ
(απαλά)
Η σειρά σου Νίκη. Ο Πρόδρομος είναι τίμιος άνθρωπος. Και τώρα ξέρεις πιο πολλά αγγλικά. Θα σου μάθω κι άλλα.
ΘΕΙΟΣ
(απογοητευμένος)
Εμάς τι μας φωνάξατε τότε, αν το ’χετε κιόλας αποφασίσει;
Κάνει νόημα στις κόρες του να σηκωθούν.
ΘΕΙΟΣ
Είναι αδικία. Και ο Θεός αυτά τα βλέπει.
Η Νίκη και η Αλεξάνδρα ανταλλάσσουν ματιές. Ο θείος και οι δύο κοπέλες φεύγουν. Βαριά ατμόσφαιρα.
Η μάνα της Νίκης κοιτάζει την κόρη της με ντροπή.
ΝΟΝΑ ΝΙΚΗΣ
(στη Νίκη)
Αυτή τη φορά δε θα γίνουν λάθη
Η Νίκη μένει αμίλητη μα τα μάτια της λένε πολλά.
Αναπαράσταση: Του Θόδωρου Αγγελόπουλου
Και μια και μιλάμε για Πίνδο και αρκούδες δείτε σχετικά:
http://polythea-aspropotamoy.blogspot.gr/2011/09/blog-post.html
κι απολαύστε ένα δημοτικό τραγούδι:
Κυριακή 24 Μαρτίου 2013
Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013
Προτεινόμενη ταινία: Ben X. Ο νεαρός Ben (Greg Timmermans) πάσχει από ένα είδος αυτισμού. Η καθημερινότητά του είναι σωστό μαρτύριο, κυρίως στο σχολικό περιβάλλον όπου γίνεται συνεχώς στόχος της χλεύης των συνομηλίκων. Η διαφορετικότητά του βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής και η μόνη του διέξοδος είναι η συστηματική ενασχόληση του με το διαδικτυακό παιχνίδι Archlord.
Ο εθισμός αυτός οδηγεί τον Ben στο να μεταφέρει εαυτόν και τους γύρω του στα μέτρα του ψηφιακού κόσμου. Όσοι τον απειλούν στο σχολείο μεταμορφώνονται στους εχθρούς του παιχνιδιού κι αυτός με τη σειρά του ως Ben X ψάχνει τρόπο να τους αντιμετωπίσει. Παράλληλα, η διαδικτυακή γνωριμία με την όμορφη συμπαίκτρια Scarlite (Laura Verlinden) του δίνει ελπίδα να βρει λίγη γαλήνη.
Ο Nic Balthazar γυρίζει ταινία δικό του βιβλίο και πραγματοποιεί το σκηνοθετικό του ντεμπούτο. Ο 44χρονος Βέλγος παντρεύει την αισθητική του ντοκιμαντέρ με αυτή του videogame για να προκύψει ένα αξιοπρόσεκτο, επίκαιρο κοινωνικό δράμα που όπου κι αν προβλήθηκε απέσπασε εγκωμιαστικά σχόλια και αρκετές διακρίσεις. Τα θέματα που αγγίζει μόνο τετριμμένα δεν είναι κι απασχολούν σοβαρά ψυχολόγους, κοινωνιολόγους και ποικίλους άλλους επιστημονικούς κλάδους. Η διαφορετικότητα στο σχολικό περιβάλλον, οι διαταραχές της συμπεριφοράς κι ο εθισμός στην τεχνολογία εκτός του όποιου επιστημονικού ενδιαφέροντος κάνουν την ταινία περισσότερο ελκυστική στις νεαρότερες ηλικίες.
Το «Ben X» είναι στημένο στη λογική του ντοκιμαντέρ, όταν απευθύνει το λόγο δίκην συνέντευξης σε άτομα σχετιζόμενα με τη ζωή του ήρωα και προσεγγίζει την αισθητική videogame όταν επικεντρώνεται στον ίδιο σε πρώτο πρόσωπο υιοθετώντας την τεχνική της αφήγησης. Τα δύο αταίριαστα σε πρώτη σκέψη στυλ δένουν ικανοποιητικά χάρις στις πειστικές ερμηνείες με κορυφαία αυτή του εξαιρετικού Greg Timmermans ο οποίος θαρρείς πως δίνει και την ψυχή του στο ρόλο. Η πειστικότητα του σεναρίου μάλιστα είναι εκείνη που κάνει το παρεξηγημένο videogame στυλ να εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία της ταινίας απροβλημάτιστα. Έτσι, διαθέτοντας τα κατάλληλα υλικά, η σκηνοθετική απειρία του Balthazar μεταστρέφεται σ' ένα δημιουργικό ενθουσιασμό. Οι όποιες ενστάσεις περί αντιδιαμετρικά τοποθετημένων χαρακτήρων, της διαχείρισης του από μηχανής θεού (Scarlite) και μερικών βολικών σεναριακών επιλογών που ορίζουν την κατακλείδα της ταινίας μπορεί να σηκώνουν συζήτηση αλλά δεν αρκούν επ' ουδενί για να ακυρώσουν τη συνολική προσπάθεια.
Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



.jpg)





.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)



