Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Γ΄ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ. ΚΡΗΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ: ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ

Από την Άλωση της Πόλης μέχρι την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους (1453-1669)

Η Κρητική Αναγέννηση

[Crete.jpg]Η Κρήτη έμεινε κάτω από την κυριαρχία των Βενετών από το 1211 ως το 1669, όταν και αυτή υποδουλώθηκε στους Τούρκους. Στη διάρκεια της βενετοκρατίας το νησί γνώρισε οικονομική και εμπορική ανάπτυξη και παρουσίασε τα περισσότερα δείγματα λογοτεχνικής ακμής. Τους δύο πρώτους αιώνες ο ντόπιος πληθυσμός έτρεφε εχθρικά αισθήματα προς τους Βενετούς κατακτητές. Βαθμιαία όμως η επικοινωνία Βενετών και Ελλήνων έγινε στενότερη. Την περίοδο αυτή πολλά χειρόγραφα αρχαίων Ελλήνων και Βυζαντινών συγγραφέων αντιγράφονταν στο νησί που γρήγορα εξελίχτηκε σε πολιτισμικό κέντρο. Οι μορφωμένοι μιλούσαν και τις δύο γλώσσες, ενώ ανάμεσα στους ευγενείς Βενετούς, πολλοί ήταν εκείνοι που δε θυμούνταν πια την ευγενική τους καταγωγή και δε διατηρούσαν παρά το επώνυμό τους και τα λίγα φέουδα που τους απέμειναν. Η άνθηση της λογοτεχνίας στην Κρήτη και η θαυμαστή κορύφωση στην οποία έφτασε οφείλεται στην επιρροή της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης, η οποία συνετέλεσε στη δημιουργία της «Κρητικής Αναγέννησης». Ο Λίνος Πολίτης ονομάζει την περίοδο αυτή «χρυσή περίοδο στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας».

Αρχείο:Erotokritos and Arethousa.jpg
Ερωτόκριτος: είναι μεγάλο αφηγηματικό ποίημα, ένα έμμετρο μυθιστόρημα που έχει πλοκή παραμυθιού. Το έργο αποτελείται από 10.052 ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους στίχους και διαιρείται σε πέντε μέρη.
Η υπόθεση του Ερωτόκριτου: Βρισκόμαστε στην προχριστιανική Αθήνα, κάστρο της εποχής όμοιο με τα ιπποτικά που δέσποζαν στη Δύση. Εκεί ζει ο βασιλιάς Ηράκλης και η γυναίκα του που, αφού έμειναν πολλά χρόνια χωρίς παιδί, φέρνουν στον κόσμο μια κόρη, την Αρετούσα, την οποία ερωτεύεται ο Ερωτόκριτος (το όνομά του το βρίσκουμε και ως Ρωτόκριτος ή Ρώκριτος), γιος του συμβούλου του βασιλιά Πεζόστρατου. Ο νέος ομολογεί την αγάπη του στο φίλο και σύμβουλό του Πολύδωρο. Έπειτα μεταμφιεσμένος τραγουδάει καντάδες κάτω από τα παράθυρα της Αρετούσας. Ο βασιλιάς το μαθαίνει και βάζει τέλος στις νυχτερινές αυτές συναντήσεις. Η Αρετούσα ερωτευμένη με τον άγνωστο τραγουδιστή ομολογεί τα αισθήματά της στη νένα της, τη Φροσύνη. Ο Ερωτόκριτος κάνει με το φίλο του Πολύδωρο ένα ταξίδι στον Έγριπο (παραφθορά του Εύριπος, δηλαδή στην Εύβοια) για να διασκεδάσει τη θλίψη του. Στη διάρκεια της απουσίας του η Αρετούσα ανακαλύπτει το πορτρέτο της στο δωμάτιο του Ερωτόκριτου και του στέλνει μήλα για δώρο και για να του εκδηλώσει την αγάπη της.
Στη συνέχεια ο βασιλιάς οργανώνει έναν αγώνα για να διασκεδάσει την κόρη του. Ο αφηγητής περιγράφει λεπτομερώς τις μονομαχίες, ιδιαίτερα εκείνη του Κρητικού με τον Καραμανίτη (που συμβολίζει τη σύγκρουση των Κρητών με τους Τούρκους). Ο Ερωτόκριτος νικά στον αγώνα και παίρνει το στεφάνι από το χέρι της Αρετούσας. Παίρνει τότε το θάρρος κι εκμυστηρεύεται το αίσθημά του στον πατέρα του πείθοντάς τον να ζητήσει το χέρι της κόρης από το βασιλιά.
Ο Πεζόστρατος ζητεί από το βασιλιά το χέρι της Αρετούσας για το γιο του, όμως ο Ηράκλης εξοργισμένος από την αλαζονεία ενός κοινού θνητού διώχνει τον Πεζόστρατο, εξορίζει το γιο του και φυλακίζει την Αρετούσα που δε δέχεται να παντρευτεί κανένα από τα αρχοντόπουλα. Τρία χρόνια μένει φυλακισμένη, γιατί αποκρούει την πρόταση γάμου του βασιλόπουλου του Βυζαντίου, που της επαναλαμβάνει κάθε μέρα ο πατέρας της. Αχώριστοι φίλοι των δύο νέων είναι ο Πολύδωρος και η Φροσύνη που παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης.
Αργότερα κηρύσσεται πόλεμος εναντίον του βασιλιά των Βλάχων, στον οποίο έρχεται και πολεμά με γενναιότητα ο Ερωτόκριτος μεταμφιεσμένος σε μαύρο με τη βοήθεια ενός μαγικού υγρού. Στη μάχη σώζει το βασιλιά και δέχεται να μονομαχήσει με τον Άριστο, ανεψιό του βασιλιά των Βλάχων, τον οποίο και σκοτώνει. Ο Ερωτόκριτος ζητεί για αμοιβή του να παντρευτεί την Αρετούσα, που δεν τον αναγνωρίζει στην αρχή, γι' αυτό αρνείται. Στο τέλος όμως γίνεται η αναγνώριση χάρη στο μαγικό υγρό που του ξαναδίνει τη μορφή του και οι νέοι παντρεύονται και ζουν ευτυχισμένοι.

Το έργο σώζεται σε ένα μόνο χειρόγραφο που μετά το 1669 μεταφέρθηκε από Κρητικούς στα Επτάνησα. Η υπόθεση και τα πρόσωπα του έργου είναι φανταστικά και μόνο σε μερικά επεισόδια συναντούμε ιστορικούς υπαινιγμούς, όπως στη μονομαχία του Κρητικού με τον Καραμανίτη. Στον Ερωτόκριτο εξυμνούνται οι ιπποτικές αρετές, η παλικαριά, ο έρωτας, η φιλία, η ιπποτική γενναιοφροσύνη και η σταθερότητα. Πάνω από όλα όμως διακρίνονται τα στοιχεία της ελληνικής λαϊκής παράδοσης που εκφράζονται μέσα από το συνδυασμό στοιχείων της αρχαίας μυθολογίας με άλλα που ανήκουν στη λαϊκή νοοτροπία της εποχής. Μερικοί στίχοι του Ερωτόκριτου θυμίζουν στίχους δημοτικών τραγουδιών.
Ποιητής του Ερωτόκριτου είναι ο Βιτσέντζος Κορνάρος που γεννήθηκε στη Σητεία της Κρήτης, όπως ο ίδιος αυτοσυστήνεται στον επίλογο του έργου του και είναι γόνος μεγάλης βενετοκρητικής οικογένειας. Οι μελετητές συμφωνούν στο ότι ο Κορνάρος δανείστηκε την υπόθεση από ένα μεσαιωνικό γαλλικό μυθιστόρημα του 1847, τοParis et Vienne του Πιερ ντε λα Συπέντ (Pierre de la Cypède), που το γνώρισε προφανώς από κάποια ιταλική μετάφραση. Αν και το πρότυπο είναι ξένο, ο Ερωτόκριτος είναι έργο καθαρά ελληνικό. Η δράση του εκτυλίσσεται στην ειδωλολατρική Αθήνα και το λαϊκό στοιχείο είναι διάχυτο και στη στιχουργική και στη θεματική. «Καταλαβαίνουμε εδώ την περηφάνια ενός δημιουργού με ελληνική παιδεία, που έμαθε από τους ανθρώπους της ιταλικής Αναγέννησης να θαυμάζει τους αρχαίους», γράφει ο Γάλλος νεοελληνιστής Τοννέ (Henri Tonnet).

Η αξία τουΕρωτόκριτου
Η λογοτεχνική αξία του έργου είναι μεγάλη. Ο Αδαμάντιος Κοραής ονόμασε τον ποιητή του Ερωτόκριτου «Όμηρο της δημώδους ποιήσεως», ενώ από τη μελέτη του επηρεάστηκε ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός. Ο Γιώργος Σεφέρης στο γνωστό του δοκίμιο για τον Ερωτόκριτο σημειώνει τις αρετές του έργου: «έλλειψη ρητορείας, περιγραφή της λεπτομέρειας, κυριαρχία στη γλώσσα και τον ρυθμό της». Ο Ερωτόκριτος είναι ποίημα «γοητευτικό». Ακόμα και οι επαναλήψεις συντελούν στη γοητεία που ασκεί. Το ποίημα έγινε δημοφιλές ανάγνωσμα των λαϊκών τάξεων και κέρδισε την προσοχή και το θαυμασμό των μελετητών.
Η κρητική αναγέννηση, προτού καταποντιστεί, έδωσε δυο καρπούς που θα ήταν αρκετοί για να τιμήσουν τόπους πολύ μεγαλύτερους από αυτό το νησί.
Μια έντονη προσωπικότητα, τον Θεοτοκόπουλο. Κι αυτή τη δεκαπεντασύλλαβη φράση, που ήταν ικανή να εκφραστεί με τέτοια ακρίβεια:
Γονέοι που μ' εσπείρετε, κι από τα κόκκαλά σας
επήρα κι απ' το αίμα σας κι από την αναπνιά σας (Δ 309-10)
Γιώργος Σεφέρης, ΔοκιμέςΑ΄, σελ. 299
Πολλοί στίχοι του έμειναν στη μνήμη και δίστιχά του πήραν τον χαρακτήρα λαϊκών παροιμιών. Στις λαϊκές γιορτές των Επτανήσων, της Πελοποννήσου, της Ηπείρου και της Θεσσαλίας γίνονταν δραματικές παραστάσεις επεισοδίων του. Σημαντική επίδραση άσκησε ο Ερωτόκριτος σε ολόκληρη τη μεταγενέστερη λογοτεχνική παραγωγή.


Δείτε κι αυτό:
http://pilavakis.net/paroysiaseis/erotokritosapospasma2/erotokritos.swf

Επιλογή μελοποιημένων αποσπασμάτων

Ο ΤΡΟΧΟΣ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ
Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν, και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν•
με του Καιρού τα αλλάματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κι εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν•
και των Αρμάτω’ οι ταραχές, όχθρητες, και τα βάρη,
του Έρωτα οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη•
αυτά να μ’ εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
ν’ αναθιβάλω και να πω τα κάμαν και τα φέρας
μιά Κόρη κι έναν Άγουρο, που μπερδευτήκα’ ομάδι
σε μια Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.

Kαι τ’ όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,
οι ομορφιές τση ήσαν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
Xαριτωμένο θηλυκό την ήκαμεν η Φύση,
κι η σιάτση δεν ευρίσκετο σ’ Aνατολή και Δύση.

Kαι τ’ όνομά του νιούτσικου Pωτόκριτο το λέγαν,
ήτονε τσ’ αρετής πηγή και τσ’ αρχοντιάς η φλέγα•
κι όλες τσι χάρες π’ Oυρανός και τ’ Άστρη εγεννήσαν,
μ’ όλες τον εμοιράνανε, μ’ όλες τον εστολίσαν.

Kι όντεν η νύκτα η δροσερή κάθ’ άνθρωπο αναπεύγει,
και κάθε ζο να κοιμηθεί τόπο να βρει γυρεύγει,
ήπαιρνεν το λαγούτο του, κι εσιγανοπορπάτει,

κι εκτύπαν το γλυκιά γλυκιά ανάδια στο Παλάτι


  ΤΑ ΘΛΙΒΕΡΑ ΜΑΝΤΑΤΑ
Ήκουσες Αρετούσα μου τα θλιβερά μαντάτα,
π' ο κύρης σου μ' εξόρισε σ' τση ξενιτιάς τη στράτα;

Τέσσερεις μέρες μοναχά μού δωκε ν' ανιμένω
Κι' απόκει να ξενητευτώ πολλά μακρά να πηαίνω

και πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο ξορισμόν εκείνο;

Κατέχω το κι' ο κύρης σου γλήγορα σε παντεύει
Ρηγόπουλο, Αφεντόπουλο, σαν είσαι συ γυρεύει

και δε μπορείς ν' αντθισταθής στα θέλουν οί γονείς σου
νικούν τηνε τή γνώμη σου κι' αλλάσει η όρεξή σου

Μιά χάρη Αφέντρα σου ζητώ κι' εκείνη θέλω μόνο
καί μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω

την ώρα π' αρραβωνιστής να βαραναστενάξης
κι' όντε σα νύφη στολιστήςσαν παντρεμένη αλλάξης

ν' αναδακρυώσης καί να πής, Ρωτόκριτε καημένε
τα σού τασσα λησμόνησα, τα θέλες μπλιό δέ έναι

και κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου
λόγιαζε τά παθα γιά σε να με πονή η καρδιά σου

καί πιάνε καί τη ζωγραφιά, πού βρες στ' αρμάρι μέσα
και τα τραγούδια πού λργα κι' όπου πολλά σ' αρέσα

και διάβαζέ τα θώρειε τα κι' αναθυμού κι' εμένα
πως μέ ξορίσανε μακρά στα ξένα

κι' όντε σού πούν κι' απόθανα λυπήσουμε καί κλάψε
και τα τραγούδια πού βγαλα μές' στη φωτιά τά κάψε

Όπου κι' αν πάω κι' ά βρεθώ κι' ότι καιρό κι' ά ζήσω
τάσσω σου άλλη να μη δώ μηδέ ν' ανατρανίσω

Κι' ας τάξω ο κακορρίζικος πως δε σ' είδα ποτέ μου
Ένα κερίν αφτούμενο ακράτουν κ' ήσβησέ μου

Κάλλια 'χω σε με θάνατο παρ' άλλη με ζωή μου
Γιά σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου!

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΑΡΕΤΟΥΣΑΣ
Τα λόγια σου Ρωτόκριτε, φαρμάκιν εβαστούσα
κι ουδ' όλπιζα κι ανίμενα τ' αυτιά μου ό,τι σ' ακούσα.
Και πώς μπορώ να σ' αρνηθώ κι α θέλω δε μ' αφήνει
τούτη η καρδιά που εσύ 'βαλες σ' τς' αγάπης το καμίνι.
Κι αμνόγω σου στον ουρανό, στον ήλιο, στο φεγγάρι,
άλλος ογιά γυναίκα του ποτέ να μη με πάρει.

Και βγάνει από το δαχτύλι της όμορφο δακτυλίδι,
με δάκρυα κι αναστεναγμούς του Ρώκριτου το δίδει.
Λέει του: "Να και βάλε το εις το δεξό σου χέρι,
σημάδι πως ώστε να ζω είσαι δικό μου ταίρι
και μην το βγάλεις από κει ώστε να ζεις και να 'σαι,
φόριετο κι όποια στο 'δωκε κάμε να της θυμάσαι.
Καλλιά θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
παρά άλλος μόν' ο Ρώκριτος γυναίκα να με πάρει".

ΧΩΡΙΣΜΟΣ
Ως την αυγή εμιλούσανε, ως την αυγή εκλαίγα
κι ως την αυγή τα πάθη τως και πόνους τως ελέγα.
Ήστραψεν η ανατολή κι εβρόντηξεν η δύση
όντε τα χείλη του ήνοιξε για ν' αποχαιρετήσει.

Κι ένα μεγάλο θαύμασμα στο παραθύρι εγίνη,
οι πέτρες και τα σίδερα κλαίσι την ώρα εκείνη.
Εμίσεψ' ο Ρωτόκριτος και βιάζει τον η ώρα,
μ' ένα πρικύ αναστεναγμό που σείστηκεν η χώρα.

Τα βάσανά του τα πολλά στα δάση τα εδηγάτο
και το λαγκάδι και βουνί συχνιά του πιλογάτο.
Ουρανέ ρίξε φωτιά ο κόσμος ν' αναλάβει
κι όλοι ας λαβού κι όλοι ας καού κι η Αρετή μη λάβει.

Στην άδικη απόφαση που δόθηκε σε 'μένα,
ν' απαρνηθώ τον τόπο μου, να περπατώ στα ξένα.
Άστρη μην το βαστάξετε, ήλιε σημάδι δείξε
και σ' έτοιου αφέντη αλύπητου αστροπελέκι ρίξ
ε


ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ
Ως μπήκεν ο Ρετόκριτος στη φυλακή κι αρχίζει
να τση μιλεί και σπλαχνικά να την αναντρανίζει.
Λέγει τση: "Το με 'ρώτηξες θα σου το πω και γροίκα
πού το 'βρηκα το χάρισμα στη φυλακή σ' αφήκα.

Είναι δυο μήνες σήμερο που 'λαχα κάποια δάση,
εις τη μεριά της Έγριπος κι εβγήκαν να με φάσι
άγρια θεριά ν- εμάλωσα κι εσκότωσα απ' εκείνα
κι από τα χέρια μου νεκρά όλα τα πια απομείναν.

Με κίνδυνο εγλύτωσα οσώραν επολέμου
να γλυτωθώ απο λόγου τους δεν το' λπιζα ποτέ μου
μα εβούθηξε το ριζικό τ'αστρί με λυπηθήκα(ν)
και σκότωσα και ζύγωσα και αλάβωτο μ'αφήκαν

Δίψα μεγάλη γροίκησα στο πόλεμον εκείνο
γυρεύοντας να βρω δροσιά εσώθε σ' ένα πρίνο
και παρεμπρός εφάνη μου κουτσουναράκι χτύπα,
σιμώνω βρίσκω το νερό εις του χαρακιού την τρύπα.

Ήπια το κι εδροσίστηκα και πέρασέ μου η δίψα,
μα πούρι κι άλλα βάσανα ετότε δε μου λείψαν.
Έκατσα να ξεκουραστώ σιμά στο κουτσουνάρι
όντε γροικώ αναστεναγμό και μύσματ' αρρωστάρη.

Και βιαστικά σηκώνομαι, το ζάλο μου σπουδάζει
να δω ποιος είναι που πονεί και βαριαναστενάζει
και μπαίνω μέσα στα δεντρά που 'ταν κοντά ειςτη βρύση,
δια να δω και για να βρω το νέο αυτό όπου μύσσει.

Βρίσκω ένα νιον ωραιόπλουμο που 'λαμπε σαν τον ήλιο
κι εκείτουντο ολομάτωτος μπροστά εις ένα σπήλιο.
Σγουρά ξανθά 'χε τα μαλλιά και τα σοθέματά του
παρ' όλο οπού 'τα σα νεκρός, ήδειχνεγιε η μορφιά του.

Και δυο θεριά στο πλάι του ήτανε σκοτωμένα
και το σπαθί και τ' άρματα όλα ησαν ματωμένα.
Σιμώνω χαιρετώ τονε, λέω του: "Αδέλφι γεια σου.
Ίντα 'χεις κι απονέκρωσες, πούντη λαβωματιά σου;"

Τα μάτια του 'χε σφαλιχτά, τότε τ' αναντρανίζει
κι εθώρειε δίχως να μιλεί και στο λαιμό του αγγίζει.
Με το δακτύλι δυο φορές μου δείχνει να νοήσω
που ειχε την λαβωματιά να τον εβοηθήσω

Το στήθος του ξαρμάτωσα και μια πληγή του βρίσκω
δαμάκιν αποκατωθιό από τον ουρανίσκο.
Ολίγο του από βοτσί τον είχε δαγκαμέν
φαίνεται να χε το θεριό δόντι φαρμακεμένο
Και πήρεν του τη δύναμη και την πνοήν του εχάσε
και το φαρμάκι πέρασε και μέσα τον επιάσε.

Κι αγάλι αγάλια 'χάνετο σαν το κερί όντε σβήνει,
έκλαψα κι ελυπήθηκα πολύ την ώρα εκείνη.
Σαν αδελφό μου καρδιακό τον έκλαιγα κι επόνου,
μα πόνοι, δάκρυα, κλάηματα άνθρωπο δε γλυτώνου.
Εψυχομάχε κι έλεγε να στέκω μη μισέψω,
εθάρρειε πως τέτοια πληγή μπορούσα να γιατρέψω.

Δείχνει μου το δαχτύλι ν του που χε το δαχτυλίδι
και γνώρισα σα χάρισμα σαν φίλος μου το δίνει.
Τότε μια σιγανή φωνή μόνο τ' αυτιά μου ακούσα(ν)
και είπανε τα χείλη του: "Σε 'χασα Αρετούσα".
Ετούτα είπε μοναχά και τέλειωσ' η ζωή του
και με πρικύ αναστεναγμό εβγήκε η ψυχή του.

Τουτα τα χέρια που θωρείς λάκκο σιμιό του σκάψα(ν)
και τούτα τον εσήκωσαν και τουτα τον εθάψαν

ΤΑΡΑΧΗ
Ως τ' άκουσεν η Αρετή ώρα λιγάκι εστάθη
αμίλητη κι ο πόνος τση την ήκαμε κι εχάθη.
Επλήθυνε η αποκοτιά κι εχάθηκεν η τάξη,
το νου τση εγροίκα σαν πουλί να φύγει, να πετάξει.

Κανένα μπλιό δεν ντρέπεται, κιανένα δε φοβάται
και με τους αναστεναγμούς τα πάθη τση δηγάται





Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΑΡΕΤΟΥΣΑΣ
ο σπαρακτικότερος δραματοποιημενος γυναικείος θρήνος όλων των εποχών...

Ρωτόκριτε, ίντα θέλω μπλιό τη ζήση να μακραίνω,
ποια ολπίδα μπλιό μου 'πόμεινε και θέλω ν' ανιμένω;
Δίχως σου πώς είν' μπορετό στον κόσμο μπλιό να ζήσω.
Ανάθεμα στο ριζικό στ' αφύλαγεν οπίσω!

Με τη ζωή σου είχα ζωή και με το φως σου 'θώρου,

τα πάθη μου θυμώντας σου επέρνου σαν εμπόρου.
Αρνήθηκα τα πλούτη μου, τον κύρη και τη μάνα,
ποτέ δεν εβαρέθηκα τα πάθη που μου 'κάμαν.


Θυμώντας σου Ρωτόκριτε πως μου 'σουν νοικοκύρης,
εγίνον σου και μάνα μου, εγίνον σου και κύρης.
Για σένα ενεστέναζα, για σένα είχα πόνους,
για σένα βασανίζομαι σήμερα πέντε χρόνους.


7ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ:
http://wwk.kathimerini.gr/kath/7days/2000/06/11062000.pdf΄

4 ΔΡΟΜΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟ:

Το "τέλος" του Ερωτόκριτου...

Όχι αυτό που έγραψε ο Βιτσέντζος Κορνάρος αλλά αυτό που έδωσε το Γ1 Γυμνασίου Παραδεισίου. Επειδή όλα τα παραμύθια τελειώνουν με τον γάμο των δύο ερωτευμένων ηρώων, τα παιδιά φαντάστηκαν τι θα μπορούσε να ακολουθεί μετά τον γάμο του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, μετά από αυτό το "Ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα"...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο/η είπε...